<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/">
<title>Master in Public Administration (MPA)</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/11480" rel="alternate"/>
<subtitle>Μεταπτυχιακό στη Δημόσια Διοίκηση (MPA)</subtitle>
<id>http://hdl.handle.net/11728/11480</id>
<updated>2026-05-19T14:50:52Z</updated>
<dc:date>2026-05-19T14:50:52Z</dc:date>
<entry>
<title>Ο αντίκτυπος της τεχνητής νοημοσύνης στην αποδοτικότητα, την ικανοποίηση από την εργασία και τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/13502" rel="alternate"/>
<author>
<name>Χαραλάμπους, Βρυώνης</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/13502</id>
<updated>2026-05-15T08:12:14Z</updated>
<published>2026-02-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Ο αντίκτυπος της τεχνητής νοημοσύνης στην αποδοτικότητα, την ικανοποίηση από την εργασία και τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση
Χαραλάμπους, Βρυώνης
ΣΚΟΠΟΣ: Η μελέτη εξετάζει τον αντίκτυπο της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στη δημόσια διοίκηση στην Κύπρο, εστιάζοντας στην απόδοση των εργαζομένων, την εργασιακή ικανοποίηση και τη διαφάνεια. Καθώς ο δημόσιος τομέας υιοθετεί ολοένα και περισσότερα εργαλεία ΤΝ για ενίσχυση της αποδοτικότητας και της λήψης αποφάσεων, καθίσταται κρίσιμο να κατανοηθεί πώς αυτές οι τεχνολογίες επηρεάζουν τα οργανωτικά αποτελέσματα και τις αντιλήψεις των υπαλλήλων. Η έρευνα συμβάλλει στη βιβλιογραφία για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, διερευνώντας πώς οι δημόσιοι υπάλληλοι αντιλαμβάνονται την ΤΝ και πώς αυτή συνδέεται με βασικές διαστάσεις αποτελεσματικότητας και διακυβέρνησης.&#13;
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Υιοθετήθηκε ποσοτικό ερευνητικό σχέδιο με πρωτογενή δεδομένα από δομημένο ερωτηματολόγιο σε υπαλλήλους του δημόσιου τομέα στην Κύπρο. Συλλέχθηκαν 128 έγκυρες απαντήσεις και αναλύθηκαν με IBM SPSS Statistics. Το ερωτηματολόγιο περιλάμβανε κλίμακες Likert για τη χρήση ΤΝ, την απόδοση, την εργασιακή ικανοποίηση και τη διαφάνεια. Η αξιοπιστία των κλιμάκων (Cronbach’s Alpha) ήταν ικανοποιητική έως υψηλή. Χρησιμοποιήθηκαν περιγραφικά στατιστικά, συσχετίσεις Pearson και γραμμική παλινδρόμηση για την εξέταση σχέσεων και προγνωστικών επιδράσεων της ΤΝ στις εξαρτημένες μεταβλητές.&#13;
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η ανάλυση έδειξε ότι η ΤΝ σχετίζεται θετικά και στατιστικά σημαντικά με την απόδοση, την εργασιακή ικανοποίηση και τη διαφάνεια. Η ΤΝ αποτέλεσε ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για την απόδοση και την ικανοποίηση, εξηγώντας σημαντικό μέρος της διακύμανσής τους. Υψηλότερη υιοθέτηση ΤΝ συνδέεται με αυξημένη παραγωγικότητα και θετικότερες στάσεις απέναντι στην εργασία. Αν και η επίδραση στη διαφάνεια ήταν ασθενέστερη, παρέμεινε σημαντική, υποδεικνύοντας ότι τα συστήματα ΤΝ μπορούν να ενισχύσουν τη σαφήνεια και τη λογοδοσία στις διοικητικές διαδικασίες.&#13;
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως μετασχηματιστικό εργαλείο στη δημόσια διοίκηση, βελτιώνοντας την απόδοση, την ευημερία των εργαζομένων και τη θεσμική διαφάνεια. Η μελέτη τονίζει τη σημασία στρατηγικής ενσωμάτωσης της ΤΝ, κατάλληλης εκπαίδευσης και ηθικών πλαισίων διακυβέρνησης. Παρά τους περιορισμούς όπως το μέγεθος δείγματος και τα δεδομένα από δηλώσεις των συμμετεχόντων, η έρευνα προσφέρει χρήσιμες γνώσεις για υπεύθυνους πολιτικής και διοίκησης και θέτει βάση για μελλοντικές μελέτες στον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
PURPOSE: The study examines the impact of Artificial Intelligence (AI) on public administration in Cyprus, focusing on employee performance, job satisfaction, and transparency. As the public sector increasingly adopts AI tools to enhance efficiency and decision-making, it becomes critical to understand how these technologies affect organizational outcomes and employee perceptions. The research contributes to the literature on digital transformation by exploring how public employees perceive AI and how it is linked to key dimensions of effectiveness and governance.&#13;
METHODOLOGY: A quantitative, cross-sectional research design adopted with primary data from a structured questionnaire to public sector employees in Cyprus. 128 valid responses collected and analyzed with IBM SPSS Statistics. The questionnaire included Likert scales for AI use, performance, job satisfaction, and transparency. The reliability of the scales (Cronbach’s Alpha) was satisfactory and was too high. Descriptive statistics, Pearson correlations, and linear regression used to examine relationships and predictive effects of AI on the dependent variables.&#13;
RESULTS: The analysis showed that AI is positively and statistically significantly associated with performance, job satisfaction, and transparency. AI was a strong predictor of performance and satisfaction, explaining a huge portion of their variance. Higher adoption of AI is associated with increased productivity and more positive attitudes toward work. Although the effect on transparency was weaker, it remained significant, suggesting that AI systems can enhance clarity and accountability in administrative processes.&#13;
CONCLUSIONS: AI can function as a transformative tool in public administration, improving performance, employee well-being, and institutional transparency. The study highlights the importance of strategic integration of AI, appropriate training, and ethical governance frameworks. Despite limitations such as sample size and self-reported data, the research offers useful insights for policymakers and administrators and lays the foundation for future studies on the digital transformation of public administration.
</summary>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>Ο Ρόλος του Εσωτερικού Ελέγχου στις Δημόσιες Συμβάσεις στην Ελλάδα: Θεσμική Ανάλυση υπό το Πρίσμα του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ και της Νέας Δημόσιας Διακυβέρνησης</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/13501" rel="alternate"/>
<author>
<name>Περγάμαλη, Βασιλική</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/13501</id>
<updated>2026-05-15T08:05:47Z</updated>
<published>2026-02-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Ο Ρόλος του Εσωτερικού Ελέγχου στις Δημόσιες Συμβάσεις στην Ελλάδα: Θεσμική Ανάλυση υπό το Πρίσμα του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ και της Νέας Δημόσιας Διακυβέρνησης
Περγάμαλη, Βασιλική
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο και τη σημασία του εσωτερικού ελέγχου στις δημόσιες συμβάσεις στην Ελλάδα, στο πλαίσιο των θεωρητικών προσεγγίσεων του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ (ΝΔΜ) και της Νέας Δημόσιας Διακυβέρνησης (ΝΔΔ). Οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν έναν από τους πλέον κρίσιμους και ευάλωτους τομείς της δημόσιας διοίκησης, καθώς συνδέονται άμεσα με τη διαχείριση σημαντικών δημόσιων πόρων και με ζητήματα διαφάνειας, λογοδοσίας και πρόληψης της διαφθοράς.&#13;
Στο πρώτο μέρος της εργασίας αναλύεται η θεωρητική μετάβαση από το ΝΔΜ στη ΝΔΔ, αναδεικνύοντας τις συνέχειες και τις ασυνέχειες μεταξύ των δύο προσεγγίσεων, καθώς και τις επιπτώσεις τους στη λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου και διακυβέρνησης. Στο δεύτερο μέρος εξετάζονται οι βασικές έννοιες και τα εργαλεία του εσωτερικού ελέγχου και των δημοσίων συμβάσεων, με έμφαση στο διεθνές και ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, καθώς και σε καλές πρακτικές από άλλες χώρες. Το τρίτο μέρος επικεντρώνεται στην ελληνική περίπτωση, αναλύοντας την εφαρμογή των αρχών του ΝΔΜ και της ΝΔΔ, τις θεσμικές αδυναμίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο εσωτερικός έλεγχος στις δημόσιες συμβάσεις.&#13;
Παρά τη θεσμική ενίσχυση του εσωτερικού ελέγχου τα τελευταία χρόνια, η ανάλυση καταδεικνύει ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά προβλήματα εφαρμογής, διοικητικής ωρίμανσης και ουσιαστικής ενσωμάτωσης των ελεγκτικών λειτουργιών στη στρατηγική διακυβέρνηση. Στο πλαίσιο αυτό, η εργασία καταλήγει στη διατύπωση προτάσεων για την περαιτέρω ενίσχυση του εσωτερικού ελέγχου, με στόχο την υποστήριξη μιας πιο ολοκληρωμένης και συμμετοχικής μορφής δημόσιας διακυβέρνησης, σύμφωνης με τις αρχές της Νέας Δημόσιας Διακυβέρνησης.&#13;
Παράλληλα, η εργασία συμβάλλει στη θεωρητική και θεσμική κατανόηση του ρόλου του εσωτερικού ελέγχου στις δημόσιες συμβάσεις, αναδεικνύοντας την ανάγκη μετάβασης από ένα κυρίως συμμορφωτικό μοντέλο ελέγχου σε ένα πιο ολοκληρωμένο και στρατηγικά προσανατολισμένο πλαίσιο διακυβέρνησης, ευθυγραμμισμένο με τις αρχές της Νέας Δημόσιας Διακυβέρνησης.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
This master’s thesis examines the role and significance of internal audit in public procurement in Greece, within the theoretical frameworks of New Public Management (NPM) and New Public Governance (NPG). Public procurement constitutes one of the most critical and vulnerable areas of public administration, as it is directly linked to the management of substantial public resources and to issues of transparency, accountability, and corruption prevention.&#13;
The first part of the thesis analyzes the theoretical transition from NPM to NPG, highlighting both continuities and discontinuities between the two approaches and their implications for governance and control mechanisms. The second part explores the core concepts and tools of internal audit and public procurement, with particular emphasis on the international and European institutional framework, as well as selected good practices from other countries. The third part focuses on the Greek case, examining the application of NPM and NPG principles, the institutional weaknesses of the existing framework, and the challenges faced by internal audit in public procurement processes.&#13;
Despite the recent institutional strengthening of internal audit in Greece, the analysis indicates that significant challenges persist in terms of implementation, administrative maturity, and the effective integration of audit functions into strategic governance processes. Within this context, the thesis concludes by proposing directions for further reforms aimed at strengthening internal audit in support of a more integrated and participatory model of public governance, consistent with the principles of New Public Governance.&#13;
In parallel, the thesis contributes to the theoretical and institutional understanding of internal audit in public procurement by emphasizing the need to move beyond a predominantly compliance-oriented audit model towards a more integrated and strategically oriented governance-based approach aligned with New Public Governance principles.
</summary>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>Αντιλήψεις και στάσεις εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την αξιολόγηση και το ρόλο της Σχολικής Ηγεσίας σε αυτή: Το παράδειγμα της Δυτικής Θεσσαλονίκης</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/13500" rel="alternate"/>
<author>
<name>Γκόγκα, Βασιλική</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/13500</id>
<updated>2026-05-15T07:57:46Z</updated>
<published>2026-01-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Αντιλήψεις και στάσεις εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την αξιολόγηση και το ρόλο της Σχολικής Ηγεσίας σε αυτή: Το παράδειγμα της Δυτικής Θεσσαλονίκης
Γκόγκα, Βασιλική
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τις στάσεις και τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Δυτικής Θεσσαλονίκης αναφορικά με το ισχύον σύστημα ατομικής αξιολόγησης, όπως ορίζεται από τον Νόμο 4823/2021, καθώς και τον κρίσιμο ρόλο του Διευθυντή/ντριας της σχολικής μονάδας ως αξιολογητή/τριας. Η έρευνα εκπονείται σε μια ιδιαίτερη συγκυρία που λαμβάνουν χώρα θεσμικές αλλαγές και αντιδράσεις και επιχειρεί να αποτυπώσει τον βαθμό εμπιστοσύνης των εκπαιδευτικών προς το θεσμικό πλαίσιο και να αναλύσει τους παράγοντες που διαμορφώνουν την αντίστασή τους σε αυτό. Για την επίτευξη του ερευνητικού στόχου αξιοποιήθηκε η ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, το οποίο διανεμήθηκε με δειγματοληψία ευκαιρίας σε δείγμα 104 εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε επτά σχολικές μονάδες της Δυτικής Θεσσαλονίκης. Από την ανάλυση των δεδομένων αναδείχθηκε ένα οριζόντιο έλλειμμα εμπιστοσύνης, καθώς η πλειονότητα των ερωτηθέντων, ακόμη και των στελεχών, αμφισβητεί την αντικειμενικότητα και διαφάνεια του συστήματος, εκλαμβάνοντας τη διαδικασία κυρίως ως πηγή γραφειοκρατικού φόρτου και ως μηχανισμό που δύναται να περιστείλει την επαγγελματική αυτονομία. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το εύρημα της αμφισβήτησης της διοικητικής και παιδαγωγικής επάρκειας του/της Διευθυντή/ντριας ως αξιολογητή/τριας, η οποία συνδέεται με την ελλιπή εξειδικευμένη κατάρτιση και τον διοικητικό φόρτο. Επιπλέον, εντοπίζονται στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το φύλο και την ηλικία, με τους άνδρες και τους εκπαιδευτικούς ηλικίας 51-60 ετών να βιώνουν πιο έντονα την πίεση του ελέγχου. Επομένως, τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι η εφαρμογή ενός συστήματος αξιολόγησης χωρίς την καλλιέργεια και εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των εμπλεκόμενων μερών, οδηγεί στη συλλογική απόρριψη του αναπτυξιακού του χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι η θεσμική νομιμοποίηση του συστήματος προϋποθέτει μετατόπιση του προσανατολισμού του από τον έλεγχο προς την υποστήριξη, καθώς και την ουσιαστική επιμόρφωση των αξιολογητών/τριών και την ενίσχυση των συμμετοχικών διαδικασιών.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
The present Master’s thesis investigates the attitudes and perceptions of Secondary Education teachers in Western Thessaloniki regarding the current system of individual evaluation, as defined by Law 4823/2021, as well as the critical role of the school unit Principal as an evaluator. The research is conducted within a particular context where institutional changes and reactions are taking place, attempting to capture the teachers' degree of trust towards the institutional framework and to analyze the factors shaping their resistance to it. To achieve the research objective, the quantitative methodological approach was utilized through the use of a structured questionnaire, which was distributed via convenience sampling to a sample of 104 teachers serving in seven school units of Western Thessaloniki. Data analysis revealed a horizontal trust deficit, as the majority of respondents, even education executives, question the objectivity and transparency of the system, perceiving the process mainly as a source of bureaucratic burden and as a mechanism capable of curtailing professional autonomy. Particularly significant is the finding regarding the questioning of the administrative and pedagogical competence of the Principal as an evaluator, which is linked to insufficient specialized training and administrative burden. Furthermore, statistically significant differences are identified regarding gender and age, with men and teachers aged 51-60 experiencing the pressure of control more intensely. Therefore, the research findings demonstrate that the implementation of an evaluation system without cultivating and securing the trust of the involved parties leads to the collective rejection of its developmental character. This fact indicates that the institutional legitimation of the system presupposes a shift in its orientation from control towards support, as well as the substantial training of evaluators and the reinforcement of participatory processes.
</summary>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>Η συμβολή της Ελλάδας στις αποστολές ΚΕΠΠΑ: Διοικητική προετοιμασία, υλοποίηση και προκλήσεις</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/13499" rel="alternate"/>
<author>
<name>Γεωργούλας, Θεοφάνης</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/13499</id>
<updated>2026-05-15T07:44:42Z</updated>
<published>2026-02-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Η συμβολή της Ελλάδας στις αποστολές ΚΕΠΠΑ: Διοικητική προετοιμασία, υλοποίηση και προκλήσεις
Γεωργούλας, Θεοφάνης
Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) αποτελεί βασικό εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαχείριση διεθνών κρίσεων, την προώθηση της ειρήνης και της σταθερότητας και την ενίσχυση του κράτους δικαίου σε τρίτες χώρες. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος με στρατηγική γεωπολιτική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, συμμετέχει ενεργά στις αποστολές ΚΕΠΠΑ, παρέχοντας ανθρώπινο δυναμικό, υλικό και διοικητική υποστήριξη. Η αποτελεσματικότητα αυτής της συμμετοχής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εθνική διοικητική προετοιμασία, την ορθολογική κατανομή πόρων, την εκπαίδευση στελεχών και τον συντονισμό μεταξύ υπουργείων και δημόσιων φορέων.&#13;
	Η παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή εξετάζει τη συμβολή της Ελλάδας στις αποστολές ΚΕΠΠΑ υπό το πρίσμα τριών βασικών αξόνων: α) της διοικητικής προετοιμασίας, β) της υλοποίησης των αποστολών και γ) των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική δημόσια διοίκηση. Η έρευνα αναδεικνύει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τη διακλαδική και διυπουργική συνεργασία, την εκπαίδευση και αξιολόγηση του προσωπικού, καθώς και τα προβλήματα που σχετίζονται με την κατανομή πόρων, τη γραφειοκρατία και την προσαρμογή σε απαιτήσεις ευρωπαϊκής κλίμακας.&#13;
	Μέσα από ανάλυση εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμικών πλαισίων, επιλεγμένων αποστολών και βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης, η διατριβή καταλήγει σε τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η δημιουργία μόνιμου μηχανισμού διυπουργικού συντονισμού, η ανάπτυξη εξειδικευμένης εκπαίδευσης στελεχών, η εκπόνηση εθνικής στρατηγικής συμμετοχής στις αποστολές, η βελτίωση των μηχανισμών αξιολόγησης και λογοδοσίας και η ενίσχυση της πολυεπίπεδης ευρωπαϊκής διακυβέρνησης στον τομέα της ασφάλειας. Οι προτάσεις αυτές στοχεύουν στην ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της χώρας και στη βελτίωση της ελληνικής συμβολής στην αποτελεσματική εφαρμογή της ΚΕΠΠΑ, ενισχύοντας παράλληλα τη συνοχή της ευρωπαϊκής εξωτερικής δράσης.&#13;
	Η διατριβή συνεισφέρει στη θεωρητική συζήτηση για τη σχέση δημόσιας διοίκησης και εξωτερικής πολιτικής και παρέχει πρακτικές κατευθύνσεις για την ενίσχυση της ελληνικής συμμετοχής στις ευρωπαϊκές αποστολές ασφάλειας.
</summary>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
</feed>
