<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/">
<title>MSc in Banking, Investment and Finance</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/11484" rel="alternate"/>
<subtitle>Μεταπτυχιακό στην Τραπεζική, Επενδυτική και Χρηματοοικονομική</subtitle>
<id>http://hdl.handle.net/11728/11484</id>
<updated>2026-05-02T19:10:29Z</updated>
<dc:date>2026-05-02T19:10:29Z</dc:date>
<entry>
<title>Συγκριτική Αξιολόγηση Μεθόδων Value-at-Risk υπό Συνθήκες Μόχλευσης και Διαφοροποιημένων Καθεστώτων Αγοράς: Εμπειρική Εφαρμογή στον Δείκτη S&amp;P 500</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/13355" rel="alternate"/>
<author>
<name>Ταμπούρας, Θεόδωρος</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/13355</id>
<updated>2026-04-30T10:59:38Z</updated>
<published>2026-01-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Συγκριτική Αξιολόγηση Μεθόδων Value-at-Risk υπό Συνθήκες Μόχλευσης και Διαφοροποιημένων Καθεστώτων Αγοράς: Εμπειρική Εφαρμογή στον Δείκτη S&amp;P 500
Ταμπούρας, Θεόδωρος
Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των σύγχρονων χρηματοπιστωτικών αγορών, σε συνδυασμό με την εκτεταμένη χρήση παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και μηχανισμών μόχλευσης, έχει αναδείξει τη συστηματική μέτρηση και διαχείριση του κινδύνου ως θεμελιώδες στοιχείο της σύγχρονης χρηματοοικονομικής πρακτικής. Η εμπειρία διαδοχικών χρηματοπιστωτικών και μακροοικονομικών διαταραχών — από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έως την πανδημία COVID-19 και τις πρόσφατες πληθωριστικές και γεωπολιτικές αναταράξεις — υπογραμμίζει ότι οι αγορές χαρακτηρίζονται από μη γραμμικές δυναμικές και απότομες μεταβολές της μεταβλητότητας, οι οποίες δυσχεραίνουν την αξιόπιστη αποτίμηση του κινδύνου (McNeil et al., 2015).&#13;
Στο πλαίσιο αυτό, η ανάγκη ανάπτυξης ποσοτικών και επιχειρησιακά εφαρμόσιμων δεικτών κινδύνου οδήγησε στην ευρεία υιοθέτηση του Value-at-Risk (VaR), τόσο από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όσο και από εποπτικές αρχές. Παρά τις τεκμηριωμένες θεωρητικές και εμπειρικές αδυναμίες του, το VaR εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εργαλείο αξιολόγησης κινδύνου αγοράς, ιδίως όταν συνδυάζεται με κατάλληλες μεθοδολογίες εκτίμησης της κατανομής αποδόσεων και διαδικασίες ελέγχου αξιοπιστίας μέσω backtesting (Jorion, 2007).&#13;
Η παρούσα διπλωματική εργασία εντάσσεται στο παραπάνω ερευνητικό πλαίσιο και εστιάζει στη συγκριτική αξιολόγηση εναλλακτικών μεθόδων εκτίμησης του VaR υπό συνθήκες αυξημένης μόχλευσης και μεταβαλλόμενων καθεστώτων αγοράς. Η εμπειρική ανάλυση βασίζεται στον χρηματιστηριακό δείκτη S&amp;P 500, ο οποίος χρησιμοποιείται ευρέως ως αντιπροσωπευτικός δείκτης της συνολικής συμπεριφοράς της αγοράς μετοχών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην απόδοση των υποδειγμάτων σε περιόδους έντονης χρηματοπιστωτικής αστάθειας, όπου η υποεκτίμηση του κινδύνου μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη φερεγγυότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια των επενδυτικών οργανισμών.
</summary>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>Πράσινη Τραπεζική, Χρηματοδότηση βιώσιμων επενδύσεων και κερδοφορία.</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/13354" rel="alternate"/>
<author>
<name>Βαφείδης, Νικόλαος</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/13354</id>
<updated>2026-04-30T10:52:40Z</updated>
<published>2026-02-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Πράσινη Τραπεζική, Χρηματοδότηση βιώσιμων επενδύσεων και κερδοφορία.
Βαφείδης, Νικόλαος
Η ενίσχυση της βιωσιμότητας και η ενσωμάτωση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και διοικητικών κριτηρίων στη χρηματοπιστωτική δραστηριότητα έχουν επηρεάσει ουσιαστικά τη στρατηγική και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών τραπεζών τα τελευταία χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει εμπειρικά τη σχέση μεταξύ πράσινης τραπεζικής δραστηριότητας, βιωσιμότητας και τραπεζικής κερδοφορίας, χρησιμοποιώντας δείγμα δώδεκα μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων της Ευρωζώνης για την περίοδο 2017–2024.&#13;
Η ανάλυση βασίζεται σε δεδομένα πάνελ συγκεντρωτικής μορφής (pooled panel data), τα οποία προκύπτουν από συνδυασμό διαχρονικών και διαστρωματικών παρατηρήσεων, και στην εφαρμογή οικονομετρικών υποδειγμάτων γραμμικής παλινδρόμησης με τη μέθοδο των Ελαχίστων Τετραγώνων (OLS). Η τραπεζική κερδοφορία προσεγγίζεται μέσω τριών βασικών δεικτών: της απόδοσης ενεργητικού (Return on Assets – ROA), της απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (Return on Equity – ROE) και του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου (Net Interest Margin – NIM). Η πράσινη τραπεζική δραστηριότητα αποτυπώνεται μέσω μεταβλητής που καταγράφει τη συμμετοχή των τραπεζών σε εκδόσεις πράσινων ομολόγων, ενώ στο υπόδειγμα ενσωματώνονται μεταβλητές ελέγχου που αφορούν το μέγεθος της τράπεζας, τον πιστωτικό κίνδυνο και το μακροοικονομικό περιβάλλον. Για λόγους μεθοδολογικής συνέπειας, ορισμένες μεταβλητές εισάγονται με χρονική υστέρηση ενός έτους.&#13;
Τα εμπειρικά αποτελέσματα δείχνουν ότι η πράσινη τραπεζική δραστηριότητα δεν εμφανίζει στατιστικά σημαντική επίδραση στη λειτουργική αποδοτικότητα των τραπεζών, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσω του δείκτη ROA, ούτε στο καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (NIM). Αντίθετα, εντοπίζεται θετική και στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ πράσινης τραπεζικής δραστηριότητας και απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (ROE), γεγονός που υποδηλώνει ότι οι στρατηγικές βιωσιμότητας συνδέονται κυρίως με την κεφαλαιακή απόδοση και τη δημιουργία αξίας για τους μετόχους, παρά με τη βραχυπρόθεσμη λειτουργική ή επιτοκιακή κερδοφορία.&#13;
Παράλληλα, η περιγραφική ανάλυση των ESG scores σε επίπεδο τραπεζών και χωρών υποδηλώνει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα με υψηλότερη επίδοση σε περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και διοικητικούς δείκτες τείνουν να εμφανίζουν ισχυρότερη κεφαλαιακή απόδοση και αυξημένη χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα. Συνολικά, η παρούσα μελέτη καταδεικνύει ότι η πράσινη τραπεζική και η βιωσιμότητα δεν αποτελούν άμεσο μηχανισμό αύξησης της λειτουργικής κερδοφορίας, αλλά λειτουργούν ως στρατηγικοί παράγοντες που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τη θέση των τραπεζών στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
The promotion of sustainability and the integration of environmental, social, and governance criteria into financial activity have had a significant impact on the strategy and operation of European banks in recent years. In this context, this thesis empirically examines the relationship between green banking, sustainability, and banking profitability, using a sample of twelve large Eurozone banking institutions for the period 2017–2024.&#13;
The analysis is based on pooled panel data, which are derived from a combination of time series and cross-sectional observations, and on the application of econometric linear regression models using the Ordinary Least Squares (OLS) method. (OLS) method. Banking profitability is approached through three key indicators: return on assets (ROA), return on equity (ROE), and net interest margin (NIM). Green banking activity is captured by a variable that records banks' participation in green bond issuances, while control variables relating to bank size, credit risk, and the macroeconomic environment are incorporated into the model. For reasons of methodological consistency, some variables are introduced with a one-year time lag.&#13;
Empirical results show that green banking activity does not have a statistically significant effect on the operational efficiency of banks, as reflected in the ROA index, nor on the net interest margin (NIM). On the contrary, there is a positive and statistically significant relationship between green banking activity and return on equity (ROE), suggesting that sustainability strategies are mainly linked to capital returns and value creation for shareholders, rather than to short-term operational or interest rate profitability.&#13;
At the same time, descriptive analysis of ESG scores at the bank and country level suggests that credit institutions with higher performance in environmental, social, and governance indicators tend to show stronger capital returns and increased financial resilience. Overall, this study demonstrates that green banking and sustainability are not a direct mechanism for increasing operational profitability but act as strategic factors that enhance long-term financial stability and the position of banks in the European financial system.
</summary>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>FinTech και Τραπεζική: Ανταγωνισμός ή Συνεργασία στον Ψηφιακό Χρηματοοικονομικό Μετασχηματισμό</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/13353" rel="alternate"/>
<author>
<name>Μπαρμπίδου, Μαρία Αθανασία</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/13353</id>
<updated>2026-04-30T09:59:30Z</updated>
<published>2026-02-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">FinTech και Τραπεζική: Ανταγωνισμός ή Συνεργασία στον Ψηφιακό Χρηματοοικονομικό Μετασχηματισμό
Μπαρμπίδου, Μαρία Αθανασία
Τα τελευταία χρόνια, η ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών τεχνολογιών (FinTech) έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τον τραπεζικό τομέα, μεταβάλλοντας τον τρόπο με τον οποίο προσφέρονται και χρησιμοποιούνται οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Οι αλλαγές αυτές έχουν οδηγήσει τόσο τις παραδοσιακές τράπεζες όσο και τους καταναλωτές να προσαρμοστούν σε ένα νέο και περισσότερο ψηφιακό περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα Διπλωματική Εργασία έχει ως κύριο στόχο να εξετάσει τη σχέση που έχει διαμορφωθεί μεταξύ FinTech εταιρειών και τραπεζών και να διερευνήσει αν η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται κυρίως από ανταγωνισμό ή από συνεργασία στο πλαίσιο του ψηφιακού χρηματοοικονομικού μετασχηματισμού.&#13;
Για την επίτευξη του στόχου αυτού, ακολουθήθηκε μικτή μεθοδολογική προσέγγιση. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση της διεθνούς και εγχώριας βιβλιογραφίας σχετικά με την εξέλιξη του FinTech, τις βασικές τεχνολογίες που το υποστηρίζουν και τις θεωρητικές προσεγγίσεις που ερμηνεύουν τη σχέση μεταξύ FinTech και τραπεζών. Στη συνέχεια, η εμπειρική διερεύνηση της έρευνας βασίστηκε στη συλλογή δεδομένων μέσω ερωτηματολογίου, με στόχο την αποτύπωση της στάσης και των αντιλήψεων των καταναλωτών απέναντι στις ψηφιακές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και τις παραδοσιακές τράπεζες. Παράλληλα, εξετάστηκαν στοιχεία και παραδείγματα από το οικοσύστημα FinTech στην Ελλάδα και την Κύπρο, λαμβάνοντας υπόψη το ρυθμιστικό και επιχειρηματικό πλαίσιο των δύο χωρών.&#13;
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης δείχνουν ότι αν και οι FinTech εμφανίστηκαν αρχικά ως ανταγωνιστές των τραπεζών, στην πράξη η σχέση μεταξύ των δύο πλευρών εξελίσσεται προς μοντέλα συνεργασίας και συνύπαρξης. Οι FinTech συμβάλλουν κυρίως μέσω της τεχνολογικής καινοτομίας, της ταχύτητας και της ευχρηστίας των υπηρεσιών τους, ενώ οι τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικό πλεονέκτημα σε θέματα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και κανονιστικής συμμόρφωσης. Οι καταναλωτές, σύμφωνα με τα ευρήματα του ερωτηματολογίου, εμφανίζονται θετικοί στη χρήση FinTech υπηρεσιών, χωρίς όμως να απομακρύνονται πλήρως από τις παραδοσιακές τραπεζικές δομές.&#13;
Συμπερασματικά, η εργασία καταδεικνύει ότι το μέλλον του τραπεζικού τομέα δεν διαμορφώνεται μέσα από έναν απόλυτο ανταγωνισμό, αλλά μέσα από υβριδικά συνεργατικά μοντέλα, στα οποία οι τράπεζες και οι FinTech συνυπάρχουν, αξιοποιώντας τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα προς όφελος της αποδοτικότητας και της εμπειρίας των χρηστών.
</summary>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στους εσωτερικούς ελέγχους τραπεζικών ιδρυμάτων: προκλήσεις και ευκαιρίες - μελέτη περίπτωσης της JPMorgan Chase (με συγκριτική αναφορά σε ελληνικές και κυπριακές τράπεζες)</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/13352" rel="alternate"/>
<author>
<name>Χριστοφή, Μαρία</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/13352</id>
<updated>2026-04-30T09:53:28Z</updated>
<published>2026-01-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στους εσωτερικούς ελέγχους τραπεζικών ιδρυμάτων: προκλήσεις και ευκαιρίες - μελέτη περίπτωσης της JPMorgan Chase (με συγκριτική αναφορά σε ελληνικές και κυπριακές τράπεζες)
Χριστοφή, Μαρία
Στόχος της παρούσας μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας είναι η μελέτη/εξέταση του βαθμού συμβολής της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ)στους εσωτερικούς ελέγχους των τραπεζικών ιδρυμάτων και συγκεκριμένα η συμβολή της στη μείωση και διαχείριση της έντασης του λειτουργικού κινδύνου. Βασικότερος στόχος της εργασίας, είναι η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της υιοθέτησης τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και άλλων παρεμφερών διαδικασιών αυτοματοποίησης και της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών ελέγχων. Ενισχύεται άραγε η αποτελεσματικότητα των εσωτερικών ελέγχων με την εφαρμογή των πιο πάνω; Οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα λειτουργικού κινδύνου; Παράλληλα, εξετάζεται η περίπτωση του διεθνώς αναγνωρισμένου τραπεζικού οργανισμού, του JP Morgan Chase και των πρακτικών που ακολουθήθηκαν και πραγματοποιείται σύγκριση των εμπειρικών ευρημάτων τριών ελληνικών και 3 κυπριακών τραπεζών με την προαναφερθείσα περίπτωση.&#13;
Για την υλοποίηση της έρευνας, ως μέθοδος εφαρμόστηκε η μικτή προσέγγιση. Η ποσοτική ανάλυση πραγματοποιήθηκε σε εμπειρικό δείγμα(χρήση δεδομένων) τραπεζών που εδρεύουν σε Ελλάδα και Κύπρο για την περίοδο 2018-2024.Η ένταση του δείκτη ORI(Operational Risk Intensity)δείκτης λειτουργικού κινδύνου, χρησιμοποιήθηκε ως δείκτης λειτουργικού κινδύνου. Ταυτόχρονα η υιοθέτηση τεχνολογιών ΤΝ, διαφαίνεται μέσα από την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών ελέγχων όπως επίσης και από διάφορους δείκτες αυτοματοποίησης των διαδικασιών (RPA) αλλά και υιοθέτησης ΤΝ. πραγματοποιήθηκε α)περιγραφική στατιστική, β)ανάλυση συσχετίσεων και γ)γραμμικές παλινδρομήσεις.&#13;
Η ποιοτική ανάλυση, ενσωματώνει την περίπτωση της JPMorgan Chase.Η ανάλυση χρησιμοποιεί δεδομένα από διαθέσιμες πηγές όπως επίσης και δευτερογενή δεδομένα.&#13;
Μελετώντας τα αποτελέσματα της ποσοτικής ανάλυσης, διαφαίνεται με σαφήνεια ότι η υιοθέτηση τεχνολογιών ΤΝ και διαφόρων διαδικασιών αυτοματοποίησης, οδηγούν σε σημαντική μείωση της έντασης του λειτουργικού κινδύνου. Από την άλλη, η σχέση της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών ελέγχων με τον λειτουργικό κίνδυνο δεν παρουσιάζεται ισχυρή όταν μελετάται μεμονωμένα. Η ανάλυση της περίπτωσης JPMorgan Chase επιβεβαιώνει το σημαντικό ρόλο και συμβολή της ΤΝ στη μείωση και διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου, σε σχέση με προηγούμενες διαδικασίες και μεθοδολογίες, όπως εξάλλου δείχνουν και τα εμπειρικά ευρήματα.&#13;
Ως συνολικό αποτέλεσμα της έρευνας, αποδεικνύεται ότι για την προστασία των τραπεζικών ιδρυμάτων έναντι των διαφόρων λειτουργικών κινδύνων, η ΤΝ αποτελεί σημαντικό εργαλείο όσον αφορά την ενίσχυση των εσωτερικών ελέγχων. Αξιοσημείωτη είναι η ισχυρή ερμηνευτική σχέση με τον ORI(λειτουργικό κίνδυνο) που παρουσιάζει η συνολική ψηφιακή ωρίμανση όπως και η ωρίμανση ΤΝ, σε σχέση με τις επί μέρους μεταβλητές γιατί έτσι αποδεικνύεται η σημασία της ενσωμάτωσης της ΤΝ. Σημειώνεται βέβαια ότι για την εφαρμογή των πιο πάνω απαιτούνται κατάλληλα κανονιστικά και οργανωτικά εσωτερικά πλαίσια. Τέλος παρατίθενται προτάσεις για τραπεζικούς οργανισμούς, όπως επίσης και κατευθύνσεις για μελλοντική έρευνα όσον αφορά την υιοθέτηση της ΤΝ.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
The aim of this master's thesis is to study/examine the degree to which Artificial Intelligence (AI) to the internal controls of banking institutions, and specifically its contribution to reducing and managing operational risk. The main objective of the thesis is to investigate the relationship between the adoption of artificial intelligence technologies and other similar automation processes and the effectiveness of internal controls. Does the implementation of the above enhance the effectiveness of internal controls? Does it lead to lower levels of operational risk? At the same time, the case of the internationally recognized banking organization JP Morgan Chase and the practices followed are examined, and a comparison is made between the empirical findings of three Greek and three Cypriot banks with the aforementioned case.&#13;
A mixed approach was used to conduct the research. The quantitative analysis was performed on an empirical sample (use of data) of banks based in Greece and Cyprus for the period 2018-2024. The intensity of the ORI (Operational Risk Intensity) index was used as an indicator of operational risk. At the same time, the adoption of AI technologies is evident in the enhanced effectiveness of internal controls, as well as in various indicators of process automation (RPA) and AI adoption. The following were performed: a) descriptive statistics, b) correlation analysis, and c) linear regressions were performed.&#13;
The qualitative analysis incorporates the case of JPMorgan Chase. The analysis uses data from available sources as well as secondary data.&#13;
Studying the results of the quantitative analysis, it is clear that the adoption of IT technologies and various automation processes leads to a significant reduction in operational risk intensity. On the other hand, the relationship between the effectiveness of internal controls and operational risk is not strong when studied in isolation. The analysis of the JPMorgan Chase case confirms the important role and contribution of IT in reducing and managing operational risk, in relation to previous procedures and methodologies, as also shown by empirical findings.&#13;
As an overall result of the research, it is evident that, in order to protect banking institutions against various operational risks, IT is an important tool in strengthening internal controls. Noteworthy is the strong interpretative relationship with ORI (operational risk) presented by overall digital maturity and IT maturity in relation to individual variables, as this demonstrates the importance of IT integration. It should be noted, of course, that the implementation of the above requires appropriate regulatory and organizational internal frameworks. Finally, recommendations for banking organizations are presented, as well as directions for future research regarding the adoption of AI.
</summary>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
</feed>
