<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/">
<title>PhD in Psychology</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/11509" rel="alternate"/>
<subtitle>Διδακτορικό στη Ψυχολογία</subtitle>
<id>http://hdl.handle.net/11728/11509</id>
<updated>2026-04-01T23:58:59Z</updated>
<dc:date>2026-04-01T23:58:59Z</dc:date>
<entry>
<title>Σχέσεις αναποφασιστικότητας και αυτοαποτελεσματικότητας σταδιοδρομίας με τη σχολική επίδοση των εφήβων: διερεύνηση ατομικών διαφορών</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/12381" rel="alternate"/>
<author>
<name>Τηρητά, Στέλλα</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/12381</id>
<updated>2023-04-07T00:00:25Z</updated>
<published>2022-09-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Σχέσεις αναποφασιστικότητας και αυτοαποτελεσματικότητας σταδιοδρομίας με τη σχολική επίδοση των εφήβων: διερεύνηση ατομικών διαφορών
Τηρητά, Στέλλα
Στην εργασία αυτή διερευνώνται οι σχέσεις μεταξύ της αναποφασιστικότητας και βεβαιότητας σταδιοδρομίας και της αυτοαποτελεσματικότητας λήψης αποφάσεων σταδιοδρομίας με τη σχολική επίδοση των εφήβων. Επίσης, ελέγχθηκαν ενδεχόμενες διαφορές κατά φύλο, ηλικία, εκπαιδευτικό επίπεδο γονέων, τόπο διαμονής και σχολική τάξη. Διενεργήθηκε γραμμική ανάλυση παλινδρόμησης για να ελέγξει ενδεχόμενους προβλεπτικούς παράγοντες της αναποφασιστικότητας σταδιοδρομίας και της αυτοαποτελεσματικότητας λήψης αποφάσεων σταδιοδρομίας. Το δείγμα αποτέλεσαν 490 μαθητές/τριες Λυκείου που φοιτούσαν, κατά τη σχολική χρονιά 2019-2020, σε δημόσια Λύκεια της Κύπρου. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο αναποφασιστικότητας σταδιοδρομίας (Career Indecision Profile-Short by Hui Xu, 2017), η κλίμακα βεβαιότητας/αναποφασιστικότητας (Career Decision Scale by Osipow κ.ά., 1976, 1988), το ερωτηματολόγιο αυτοαποτελεσματικότητας λήψης αποφάσεων σταδιοδρομίας (Career Decision Making Self-Efficacy Scale - Short Form by Betz, &amp; Taylor, 2001) και ένα ερωτηματολόγιο γενικών δημογραφικών στοιχείων που ζητά να δηλωθεί το φύλο, η ηλικία, η σχολική επίδοση, η σχολική τάξη, το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων και ο τόπος διαμονής. Για τη στατιστική ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε το SPSS v.25 (Statistical Package for Social Sciences v.25). Πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι συσχετίσεων, χρησιμοποιώντας την ανάλυση συσχέτισης Pearson, για εξακρίβωση ενδεχόμενων συσχετίσεων μεταξύ των μεταβλητών και t-tests και one-way Anova για ανίχνευση ενδεχόμενων δημογραφικών διαφορών στις μεταβλητές και γραμμική ανάλυση παλινδρόμησης για εύρεση ενδεχόμενων προβλεπτικών παραγόντων στις μεταβλητές της αναποφασιστικότητας σταδιοδρομίας και αυτοαποτελεσματικότητας λήψης αποφάσεων σταδιοδρομίας. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα αποτελέσματα και συζητούνται τα συμπεράσματα των αποτελεσμάτων της παρούσας έρευνας και συγκρίνονται με τα ευρήματα άλλων ερευνητών που μελέτησαν ενδελεχώς τα θέματα αυτά σε ολόκληρο τον κόσμο. Η στατιστικά σημαντική ισχυρή αρνητική συσχέτιση μεταξύ συνολικής αναποφασιστικότητας σταδιοδρομίας και καθενός από τους τέσσερις παράγοντές της και συνολικής αυτοαποτελεσματικότητας και καθενός από τους πέντε παράγοντές της και η στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ βεβαιότητας σταδιοδρομίας και συνολικής αυτοαποτελεσματικότητας και καθενός από τους πέντε παράγοντές της των συμμετεχόντων, που εντοπίστηκαν στην παρούσα έρευνα, συνάδουν με τα ευρήματα που εντόπισαν και άλλοι ερευνητές, κάποιοι από τους οποίους χαρακτήρισαν τις σχέσεις αυτές ως αιτιώδεις. Η αρνητική συσχέτιση μεταξύ του παράγοντα της αναποφασιστικότητας Έλλειψη Ετοιμότητας και της σχολικής επίδοσης, που εντοπίστηκε και από άλλους ερευνητές, υποδηλώνει ότι μαθητές/τριες με χαμηλή επίδοση βρέθηκαν να είναι λιγότερο έτοιμοι να προβούν σε αποφάσεις σταδιοδρομίας. Επίσης, υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ του παράγοντα της αυτοαποτελεσματικότητας Επαγγελματική Πληροφόρηση και της σχολικής επίδοσης που σημαίνει ότι μαθητές/τριες με υψηλότερη επίδοση έχουν μεριμνήσει για να αποκτήσουν περισσότερες πληροφορίες για τη σταδιοδρομία τους. Και αυτό το εύρημα εντοπίστηκε και από άλλους ερευνητές. Αναφορικά με τη μεταβλητή ηλικία, διαφάνηκε ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ ηλικίας και βεβαιότητας σταδιοδρομίας, εύρημα που υποστηρίζεται από τη βιβλιογραφία. Είναι αυτονόητο να αυξάνεται η βεβαιότητα σταδιοδρομίας των μαθητών/τριών με την ηλικία. Επίσης, υπάρχει στατιστικά σημαντική αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας των συμμετεχόντων και σχολικής επίδοσης. Σχετικά με τις διαφορές φύλου, τα κορίτσια σημείωσαν υψηλότερες τιμές στη συνολική αναποφασιστικότητα, στους παράγοντες της αναποφασιστικότητας Νευρωτισμός, Άγχος Επιλογής/Δέσμευσης και στη σχολική επίδοση, ενώ τα αγόρια σημείωσαν υψηλότερες τιμές στον παράγοντα της αναποφασιστικότητας Έλλειψη Ετοιμότητας και στη συνολική αυτοαποτελεσματικότητα. Αυτές οι διαφορές βρέθηκαν και από άλλους ερευνητές και επιβεβαιώνουν ότι τα κορίτσια αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα αρνητικών συναισθημάτων και σχολικής επίδοσης στην εφηβεία, ενώ τα αγόρια αναμένεται να είναι λιγότερο έτοιμα για την επιλογή σταδιοδρομίας, αλλά δήλωσαν υψηλότερη αυτοαποτελεσματικότητα γιατί θεωρούν ότι μπορούν να τα καταφέρουν στις δραστηριότητες λήψης αποφάσεων σταδιοδρομίας. Το εκπαιδευτικό επίπεδο του πατέρα βρέθηκε να συσχετίζεται θετικά με τον παράγοντα της αναποφασιστικότητας Άγχος Επιλογής/Δέσμευσης, γεγονός που ερμηνεύεται ως μεγαλύτερη πίεση των πατέρων με υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο προς τα παιδιά τους με αποτέλεσμα να τους προκαλείται εντονότερο άγχος. Υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ εκπαιδευτικού επιπέδου της μητέρας και του παράγοντα της αυτοαποτελεσματικότητας Επαγγελματική Πληροφόρηση γεγονός που μπορεί να υποδηλώνει ότι μητέρες με υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο μπορούν να βοηθήσουν περισσότερο ουσιαστικά τα παιδιά τους να αποκτήσουν περισσότερες πληροφορίες για τη σταδιοδρομία τους. Όπως αναμενόταν, υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ του εκπαιδευτικού επιπέδου του πατέρα και της μητέρας και της σχολικής επίδοσης, γεγονός που υποστηρίζεται και από τη βιβλιογραφία, που ερμηνεύεται ως η προσπάθεια των γονέων με υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο να βοηθήσουν τα παιδιά τους να έχουν υψηλότερες επιδόσεις και να κατορθώσουν να εισαχθούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα τελευταία ευρήματα, που υποστηρίζονται και από τη διεθνή βιβλιογραφία, παραπέμπουν στις επιδράσεις του κοινωνικού, εκπαιδευτικού και οικονομικού επιπέδου των γονέων στα παιδιά. Αναφορικά με διαφορές ανάμεσα στις σχολικές τάξεις, υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές στη βεβαιότητα σταδιοδρομίας με τις υψηλότερες τιμές να σημειώνονται στην Γ’ τάξη Λυκείου όπου οι μαθητές/τριες έχουν κατασταλάξει με τις επιλογές τους. Επίσης, υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις σχολικές τάξεις στον παράγοντα της αναποφασιστικότητας Άγχος Επιλογής/ Δέσμευσης με τις χαμηλότερες τιμές να σημειώνονται στην Γ’ τάξη Λυκείου αφού οι μαθητές/τριες έχουν οριστικοποιήσει τις επιλογές τους. Παρόμοια ευρήματα βρέθηκαν και από άλλους ερευνητές. Υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές στη μεταβλητή σχολική επίδοση μεταξύ μαθητών/τριών διαφορετικών σχολικών τάξεων με τους μαθητές/τριες της Γ’ τάξης Λυκείου να σημειώνουν τις υψηλότερες τιμές και αυτούς της Β’ τάξης Λυκείου τις χαμηλότερες τιμές. Τα ευρήματα αυτά, που βρέθηκαν και από άλλους ερευνητές, υποστηρίζονται από τη βιβλιογραφία και υποδηλώνουν ότι στην τελευταία τάξη Λυκείου τα παιδιά βρίσκονται πλέον σε μια περισσότερο βέβαιη φάση όπου και η συναισθηματική τους κατάσταση βελτιώνεται, η βεβαιότητα σταδιοδρομίας τους αυξάνεται και η σχολική τους επίδοση είναι υψηλότερη. Οι στατιστικά σημαντικοί προβλεπτικοί παράγοντες της αναποφασιστικότητας σταδιοδρομίας (Άγχος Επιλογής/Δέσμευσης, Έλλειψη Ετοιμότητας, Διαπροσωπικές Συγκρούσεις, βεβαιότητα σταδιοδρομίας, αυτοαποτελεσματικότητα λήψης αποφάσεων σταδιοδρομίας) και αυτοαποτελεσματικότητας λήψης αποφάσεων σταδιοδρομίας (Νευρωτισμός, Έλλειψη Ετοιμότητας, βεβαιότητα και αναποφασιστικότητα σταδιοδρομίας) δείχνουν το δρόμο που πρέπει να πάρουν οι σχολικοί σύμβουλοι για να μειώσουν την αναποφασιστικότητα και να ενισχύσουν την αυτοαποτελεσματικότητα των εφήβων. Αναφέρονται, στη συνέχεια, εκπαιδευτικές και συμβουλευτικές παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν προγράμματα ατομικής, ομαδικής και οικογενειακής συμβουλευτικής, δραστηριότητες εξερεύνησης σταδιοδρομίας, εμπειρίες εργασιακής άσκησης, ενίσχυσης της αυτοαποτελεσματικότητας και αύξησης της σχολικής επίδοσης των μαθητών/τριών με χαμηλή επίδοση και των οικογενειών τους όπου χρειάζεται.
English abstract_:_&#13;
In the present study we explore the relationships between career indecision, career decision and career decision making self-efficacy with academic achievement among adolescents. We also test individual differences in relation to gender, age, parents’ educational background, residence, and students’ grades. We also conducted a regression analysis to find any predictors in career indecision and career decision making self-efficacy. 490 students, from first to third grade of public Lyceums in Cyprus, participated in the present study. For data collection, we used the Career Indecision Profile-Short by Hui Xu (2017), the Career Decision Scale by Osipow et.al. (1976, 1988), the Career Decision Making Self-Efficacy Scale - Short Form by Betz, Klein, and Taylor (1996), and an improvised questionnaire for demographic characteristics. The statistical analysis was conducted using the SPSS v.25 (Statistical Package for Social Sciences v.25). Finally, we proceed with a discussion of the conclusions, and the results of the present study are compared to the findings of other researchers who have investigated these issues in depth, worldwide. The strong negative correlations between total career indecision and each one of its four factors and total self-efficacy and each one of its five factors, and the strong positive correlations between career decision and total self-efficacy and each one of its five factors, which were found here, are consistent with the findings of previous research. Some researchers suggest that these are causal relationships. The strong negative correlations between the factor of career indecision ‘Lack of Readiness’ and academic achievement, which were found in previous research, suggest that students with lower academic achievement are not yet ready to make career decisions. The strong positive correlations between self-efficacy factor ‘Occupational Information’ and academic achievement, which shows that high achievers have collected more information about their career, were found in previous research too. As far as the variable age is concerned, findings revealed strong positive correlations between age and career decision, which are found in the literature too. The increase in career decision with age is inevitable. Findings revealed strong negative correlations between participants’ age and academic achievement. Findings revealed statistically significant differences in total career indecision, in career indecision factors ‘Neuroticism/Negative Affectivity’, ‘Choice/Commitment Anxiety’ and in academic achievement between boys and girls with girls scoring higher means, while boys scored higher means in career indecision factor ‘Lack of Readiness’ and in total self-efficacy. These statistically significant differences were found in previous research and show that girls reported higher levels of negative feelings and academic achievement during adolescence, while boys are expected to be less ready for career choices, but boys reported higher means in total self-efficacy because they theoretically believe that they can succeed in career making self-efficacy activities. Findings revealed positive correlations between fathers’ educational background and career indecision factor ‘Choice/Commitment Anxiety’, which shows that fathers with higher educational background may put some extra pressure on their children resulting higher levels of anxiety. Findings revealed positive correlations between mothers’ educational background and self-efficacy factor ‘Occupational Information’, which may suggest that mothers with higher educational background can help their children in finding appropriate information for their career. As expected, findings revealed positive correlations between fathers’ and mothers’ educational background and academic achievement, found in previous research, suggest that parents with higher educational background act as role models and can be of more help for their children in gaining more knowledge, being high achievers and succeeding in tertiary education. The last findings, which are supported by literature review, refer to the impact of parents’ social, educational and financial status on their children. Findings revealed statistically significant differences in career decision among school grades with higher means scored at third grade where students have already made their career choices. Findings revealed statistically significant differences in career indecision factor ‘Choice/Commitment Anxiety’ among school grades, with lower means scored at third grade since students have already finalized their career choices. Findings revealed statistically significant differences in academic achievement among school grades, with third year students scoring highest means and second year students scoring lowest means. The last findings, found in previous research, are supported by the literature and suggest that at third grade of lyceum students are in the final stage, being more confident about their career, their emotional status is improved, and their academic achievement is higher. The statistically significant predictors of career indecision (Choice/Commitment Anxiety, Lack of Readiness, Interpersonal Conflicts, career decision, career decision making self-efficacy) and the statistically significant predictors of career decision making self-efficacy (Neuroticism/Negative Affectivity, Lack of Readiness, career decision, career indecision) show the way to school counsellors to work with students’ career indecision and to enhance career self-efficacy. We, also, refer to intervention programs, including personal or group counselling, workshops on career development, placements, enhancing students’ self-efficacy and academic skills, and families where needed.
</summary>
<dc:date>2022-09-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>Επιπολιτισμός, εθνική ταυτότητα και αυτοεκτίμηση: μια συγκριτική ερευνητική προσέγγιση σε γηγενείς μαθητές και μαθητές πολιτισμικά διαφορετικών ομάδωβ πο9υ φοιτούν σε κυπριακά δημοτικά σχολεία</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/12380" rel="alternate"/>
<author>
<name>Παπαμιχαήλ Κοντού, Ανδρούλα</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/12380</id>
<updated>2023-04-07T00:00:21Z</updated>
<published>2022-01-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Επιπολιτισμός, εθνική ταυτότητα και αυτοεκτίμηση: μια συγκριτική ερευνητική προσέγγιση σε γηγενείς μαθητές και μαθητές πολιτισμικά διαφορετικών ομάδωβ πο9υ φοιτούν σε κυπριακά δημοτικά σχολεία
Παπαμιχαήλ Κοντού, Ανδρούλα
Η έρευνα αυτή είχε ως σκοπό να μελετήσει τις διεργασίες επιπολιτισµού των μεταναστών μαθητών ηλίκιας 11 – 12 ετών και να συγκρίνει την κοινωνική προσαρμογή, τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και τα επίπεδα αυτοεκτίμησης των μεταναστών μαθητών σε σχέση με των γηγενών συμμαθητών τους. Ένας επιπλέον στόχος ήταν να διαφανεί ο ρόλος της εθνικής ομάδας καταγωγής του μαθητή στον επιπολιτισμό, την εθνική ταυτότητα και την αυτοεκτίμηση, αλλά και πώς επιδρά σε όλα τα πιο πάνω η εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής ΔΡΑ.Σ.Ε. Τέλος, να διαφανεί η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον επιπολισμό, την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση του ανήκειν. Οι συμμετέχοντες ήταν 563 μετανάστες και γηγενείς, οι 283 μαθητές φοιτούσαν σε σχολεία ΔΡΑ.Σ.Ε και οι 280 σε σχολεία ΜΗ ΔΡΑ.Σ.Ε. Η συλλογή των δημογραφικών στοιχείων έγινε με αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο από την ερευνήτρια, ο επιπολιτισμός των μεταναστών αξιολογήθηκε με την κλίμακα FRACC-C (Frankenberg and Bongard, 2012), οι κοινωνικές σχέσεις και επαφές των μαθητών μετρήθηκαν με την Κλίμακα επιπολιτισµού (Nguyen and Von Eye, 2002), η Εθνική Ταυτότητα (MEIM, Phinney 2003) και η Αυτο-εκτίµηση (Κλεφτάρα και Διδασκάλου, 2009). Η επεξεργασία των δεδομένων έγινε αρχικά με τεχνικές περιγραφικής ανάλυσης, δηλαδή παρουσίαση των απαντήσεων του ερωτηματολογίου με πίνακες συχνοτήτων και πίνακες περιγραφικών στατιστικών μέτρων και έπειτα με τεχνικές επαγωγικής στατιστικής ανάλυσης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους μετανάστες και τους γηγενείς μαθητές. Οι διαφορές αυτές εντοπίζονται στον Πολιτισμικό Προσανατολισμό τους, την Κοινωνική προσαρμογή τους, την Αυτοεκτίμηση και την αίσθηση του Ανήκειν. Οι στρατηγικές επιπολιτισμού και τα στάδια διαμόρφωσης της Εθνικής ταυτότητας σχετίζονται με τα επίπεδα αυτοεκτίμησης των μεταναστών μαθητών. Η εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτική ΔΡΑ.Σ.Ε στο σχολικό πλαίσιο δεν προάγει την κοινωνική συνοχή και την αίσθηση του ανήκειν και η γενεά μετανάστευσης επηρεάζει των επιπολιτισμό των μεταναστών μαθητών. Η συζήτηση των ευρημάτων βασίζεται στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με τον Επιπολιτισμό, την Εθνική Ταυτότητα και την Αυτοεκτίμηση των μεταναστών και γηγενών μαθητών.
English Abstract_:_&#13;
The aim of this research was to study the acculturation processes of immigrant students aged 11-12 years and to compare the social adjustment, the formation of national identity and the levels of self-esteem of immigrant students in relation to their native classmates. Also, to make clear the role of the student's national origin group in acculturation, national identity, and self esteem, but also to investigate the way the implementation of the educational policy of DRASE affects all the above. Finally, to make clear the relationship that exists between the acculturation, self-esteem, and the sense of belonging. The participants were 563 primary-school children (immigrants and Cypriots). 283 students attended DRASE schools and 280 NON DRASE schools. Data were collected using questionnaires: FRACC-C scale (Frankenberg and Bongard, 2012), Acculturation scale (Nguyen and Von Eye, 2002), the National Identity scale (MEIM, Phinney 2003) and Self - esteem scale (Kleftala and Didaskalou, 2009). According to the results, both Cypriots and immigrants showed a stronger orientation towards their Country of Origin. This is regardless of the Nationality of Immigrants’ National Group of Origin, and second-generation immigrants are oriented in the Host Country to a greater extent than first-generation immigrants. The first-generation immigrants choose the strategy of Marginalization and Integration, and the second-generation immigrants choose the strategy of Integration and Assimilation. Cypriots and immigrant students have more group contacts with their 6 compatriots than with children from other countries or natives, respectively. The type of school (DRASE – NON DRASE) which they attend does not seem to affect the intergroup relations between immigrant and Cypriot students and to bring about the desired results for the promotion of social cohesion. The strategies of culturalization and the stages of formation of the National identity are related to the levels of self-esteem of the immigrant students
</summary>
<dc:date>2022-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>Στόχοι Επίτευξης, Αυτo-αποτελεσματικότητα, Ενδιαφέρον και  Πρόβλεψη της Επίδοσης των Μαθητών στα Μαθηματικά: Συγκριτική Ανάλυση σε  Κύπριους Μαθητές και Μαθητές με Μεταναστευτική Βιογραφία</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/12034" rel="alternate"/>
<author>
<name>Χριστοδούλου, Αντώνιος</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/12034</id>
<updated>2021-09-22T00:00:37Z</updated>
<published>2020-01-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Στόχοι Επίτευξης, Αυτo-αποτελεσματικότητα, Ενδιαφέρον και  Πρόβλεψη της Επίδοσης των Μαθητών στα Μαθηματικά: Συγκριτική Ανάλυση σε  Κύπριους Μαθητές και Μαθητές με Μεταναστευτική Βιογραφία
Χριστοδούλου, Αντώνιος
Πολλές έρευνες κατέδειξαν το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι &#13;
αντιλαμβανόμενοι από τους μαθητές στόχοι των γονιών και oι αντιλαμβανόμενοι από τους &#13;
μαθητές στόχοι της τάξης στη διαμόρφωση των ατομικών στόχων επίτευξης των μαθητών. &#13;
Επιπρόσθετα, μέσα από την έρευνα διαφάνηκε πως οι ατομικοί στόχοι επίτευξης των &#13;
μαθητών επηρεάζουν την αυτο-αποτελεσματικότητα, το ενδιαφέρον και την επίδοση των &#13;
μαθητών και πως τόσο η αυτο-αποτελεσματικότητα όσο και το ενδιαφέρον μπορούν να &#13;
προβλέψουν θετικά την επίδοση των μαθητών. &#13;
Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να διερευνήσει το σύστημα κινήτρων μάθησης &#13;
των μαθητών Ε΄και Στ΄ τάξης δημοτικού στα Μαθηματικά και να εντοπίσει με ποιο τρόπο &#13;
τα κίνητρα μάθησης επηρεάζουν την επίδοση των μαθητών. Μελετήθηκαν οι πιο πάνω &#13;
μεταβλητές στα πλαίσια ενός πολυπαραγοντικού μοντέλου ανάλυσης διαδρομών (path &#13;
analysis) τεσσάρων επιπέδων, με επιδράσεις από περιβαλλοντικούς παράγοντες σε &#13;
ατομικούς, σε αντιλήψεις αποτελεσματικότητας και ενδιαφέροντος και τελικά στην &#13;
επίδοση. Επιπρόσθετα, έγιναν συγκρίσεις ανάμεσα στους Κύπριους μαθητές και τους &#13;
μαθητές με μεταναστευτική βιογραφία και ανάμεσα στους μαθητές που φοιτούσαν σε &#13;
τυπικά σχολεία και σχολεία ΔΡΑ.Σ.Ε. (Δράσεις Σχολικής και Κοινωνικής Ένταξης) στα &#13;
οποία η πλειοψηφία των μαθητών είναι μετανάστες. &#13;
Το δείγμα της παρούσας έρευνας αποτελούσαν 762 μαθητές, 374 μαθητές Ε΄ &#13;
τάξης και 388 μαθητές Στ΄ τάξης δημοτικού οι οποίοι φοιτούσαν σε 22 δημόσια δημοτικά &#13;
σχολεία της επαρχίας Πάφου. Για τη συλλογή των δεδομένων των μαθητών &#13;
χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο με αυτοαναφορικές δηλώσεις και δύο δοκίμια για &#13;
την αξιολόγηση της επίδοσης στα Μαθηματικά, ένα για κάθε τάξη. Επίσης, για τη μέτρηση &#13;
των στόχων μάθησης και επίδοσης των δασκάλων και του σχολείου δόθηκε ένα &#13;
ερωτηματολόγιο με αυτοαναφορικές δηλώσεις, στους 72 δασκάλους που τα τμήματά τους &#13;
συμμετείχαν στην έρευνα.&#13;
vi&#13;
Οι στόχοι μάθησης των μαθητών προβλέπονταν από τους αντιλαμβανόμενους &#13;
στόχους μάθησης της τάξης και των γονιών. Οι στόχοι επίδοσης των μαθητών &#13;
προβλέπονταν από τους αντιλαμβανόμενους στόχους επίδοσης της τάξης και των γονιών &#13;
και από τους αντιλαμβανόμενους στόχους μάθησης της τάξης και των γονιών. Οι ατομικοί &#13;
στόχοι μάθησης και οι αντιλαμβανόμενοι στόχοι μάθησης της τάξης και των γονιών &#13;
προέβλεπαν θετικά την αυτο-αποτελεσματικότητα και το ενδιαφέρον των μαθητών. Την &#13;
επίδοση των μαθητών την προέβλεπαν θετικά η αυτο-αποτελεσματικότητα και το &#13;
ενδιαφέρον των μαθητών και αρνητικά οι αντιλαμβανόμενοι στόχοι επίδοσης της τάξης &#13;
και των γονιών. Οι στόχοι μάθησης (ατομικοί, τάξης, γονιών) προέβλεπαν διαμέσου της &#13;
αυτο-αποτελεσματικότητας και του ενδιαφέροντος την επίδοση των μαθητών στα &#13;
Mαθηματικά. Οι στόχοι επίδοσης επιδρούσαν θετικά πάνω στην επίδοση των μαθητών &#13;
διαμέσου της αυτο-αποτελεσματικότητας.&#13;
Οι Κύπριοι μαθητές εμφάνισαν ψηλότερα επίπεδα αυτο-αποτελεσματικότητας και &#13;
είχαν ψηλότερη επίδοση από τους μετανάστες μαθητές. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι μαθητές &#13;
των τυπικών σχολείων είχαν ψηλότερα επίπεδα αυτο-αποτελεσματικότητας και είχαν &#13;
ψηλότερη επίδοση από τους μαθητές των σχολείων ΔΡΑ.Σ.Ε. Μελετώντας τα μοντέλα &#13;
διερεύνησης των Κυπρίων μαθητών και των μαθητών με μεταναστευτική βιογραφία &#13;
βρέθηκε πως οι στόχοι μάθησης διαμέσου της αυτο-αποτελεσματικότητας προέβλεπαν την &#13;
επίδοση όλων των μαθητών. Οι στόχοι επίδοσης προέβλεπαν την επίδοση έμμεσα &#13;
διαμέσου της αυτο-αποτελεσματικότητας μόνο στους μετανάστες μαθητές.&#13;
Μέσα από τα αποτελέσματα της έρευνας διαφάνηκε η μεγάλη σημασία των στόχων &#13;
μάθησης, της αυτο-αποτελεσματικότητας αλλά και του ενδιαφέροντος και η θετική &#13;
διασύνδεσή τους με την επίδοση των μαθητών.
</summary>
<dc:date>2020-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
<entry>
<title>Realism, relativism and reference</title>
<link href="http://hdl.handle.net/11728/11550" rel="alternate"/>
<author>
<name>Kargopoulos, Phillipos V.</name>
</author>
<id>http://hdl.handle.net/11728/11550</id>
<updated>2020-09-04T00:00:25Z</updated>
<published>1981-01-01T00:00:00Z</published>
<summary type="text">Realism, relativism and reference
Kargopoulos, Phillipos V.
The central thesis of this dissertation is that the recently&#13;
proposed Causal Theories of Reference by K. Donnellan, H. Putnam,&#13;
and especially S. Kripke provide support for Scientific Realism&#13;
as developed in the theories of J.J.C. Smart, H. Putnam, and especially&#13;
R. Boyd, on the face of the most serious challenge to scientific&#13;
objectivity contained in the writings of the Relativists&#13;
s. Toulmin, N.R. Hanson, T.S. Kuhn, and P. Feyerabend. I have&#13;
argued accordingly that all the relativistic arguments are either&#13;
weak or are reducible to a strong formal argument about the reference&#13;
of scientific terms and the categoricity of scientific systems.&#13;
This argument is shown to be even stronger because of the important&#13;
role that reference plays in the objectivity of science. I proceed&#13;
to show then that the employment of this argument by the Relativists&#13;
rests on the Traditional Theory of Reference. In the final part,&#13;
I argue that the Traditional Theory of Reference has become untenable,&#13;
both on account of internal difficulties and because of advances&#13;
in Modal Logic that show some of its basic tenets to be erroneous.
</summary>
<dc:date>1981-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</entry>
</feed>
