<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rdf:RDF xmlns="http://purl.org/rss/1.0/" xmlns:rdf="http://www.w3.org/1999/02/22-rdf-syntax-ns#" xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/">
<channel rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/11483">
<title>MSc Accounting and Finance</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/11483</link>
<description>Μεταπτυχιακό στη Λογιστική και Χρηματοοικονομικά</description>
<items>
<rdf:Seq>
<rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/11728/13550"/>
<rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/11728/13375"/>
<rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/11728/13374"/>
<rdf:li rdf:resource="http://hdl.handle.net/11728/13373"/>
</rdf:Seq>
</items>
<dc:date>2026-06-02T04:24:17Z</dc:date>
</channel>
<item rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/13550">
<title>Χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για την ενίσχυση  των υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης  στην Κυπριακή Δημοκρατία</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13550</link>
<description>Χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για την ενίσχυση  των υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης  στην Κυπριακή Δημοκρατία
Χρυσάνθου, Χριστόφορος
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) συνιστά ένα ραγδαίως εξελισσόμενο κλάδο της πληροφορικής, ο οποίος μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο στο ψηφιακό μετασχηματισμό ενός κράτους και ειδικότερα των υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Η παρούσα μελέτη εξετάζει, κατά πόσο η χρήση της ΤΝ μπορεί να αποτελέσει μοχλό ενίσχυσης του δημόσιου τομέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, λαμβάνοντας υπόψη θεσμικούς και οργανωτικούς περιορισμούς.&#13;
Βασικός στόχος της μελέτης είναι ο εντοπισμός του βαθμού υιοθέτησης εφαρμογών ΤΝ στις υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης της Κύπρου, επιδιώκοντας παράλληλα, την ανάδειξη των αντιλήψεων και στάσεων των δημοσίων υπάλληλων απέναντι στη χρήση της ΤΝ καθώς και την αναγνώριση του επιπέδου οργανωτικής ετοιμότητας. Επιπλέον, η υφιστάμενη μελέτη αξιολογεί κατά πόσο η ΤΝ μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα, αποδοτικότητα και λειτουργικότητα του δημόσιου τομέα, εξετάζοντας ωστόσο τις τεχνικές και θεσμικές προκλήσεις που επηρεάζουν την υιοθέτηση της. &#13;
Η έρευνα ακολουθεί ποσοτική ερευνητική μεθοδολογία και βασίζεται, χρησιμοποιώντας δομημένο ερωτηματολόγιο, στη συμμετοχή, σε εθελοντική βάση, ογδόντα επτά (87) δημοσίων υπαλλήλων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σημειώνεται ότι το ερευνητικό εργαλείο σχεδιάστηκε με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία και τα ερευνητικά κενά που εντοπίστηκαν, ούτως ώστε να επιτρέψει τη συλλογή μετρήσιμων δεδομένων. &#13;
Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης παρουσιάζουν ότι η χρήση εφαρμογών ΤΝ στον Κυπριακό δημόσιο τομέα παραμένει περιορισμένη, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα θετική στάση δημοσίων υπαλλήλων ως προς τη χρήση της κυρίως στη βελτίωση αποδοτικότητας και λειτουργικότητας των ηλεκτρονικών υπηρεσιών. Ωστόσο, αναδεικνύονται βασικές προκλήσεις όπως η έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης προσωπικού, η πιθανή απώλεια ανθρώπινου ελέγχου καθώς και οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την προστασία των προσωπικών δεδομένων. &#13;
Η μελέτη καταλήγει ότι η ΤΝ έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει την ηλεκτρονική διακυβέρνηση στην Κύπρο εφόσον αναπτυχθεί προηγουμένως το απαραίτητο ρυθμιστικό πλαίσιο, ενδυναμωθούν οι ψηφιακές δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού και βελτιωθεί η διακυβέρνηση δεδομένων. Ως αποτέλεσμα, τα ευρήματά της μελέτης μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα τόσο για περαιτέρω επιστημονική διερεύνηση όσο και για τον σχεδιασμό πολιτικών ή ρυθμιστικών αλλαγών στον συγκεκριμένο τομέα.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
Artificial Intelligence (AI) constitutes a rapidly evolving branch of computer science that can play a decisive role in the digital transformation of a state, and more specifically in e-government services. The present study examines whether the use of AI can serve as a lever for strengthening the public sector of the Republic of Cyprus, taking into account institutional and organizational constraints.&#13;
The primary objective of the study is to identify the degree of adoption of AI applications in e-government services in Cyprus, while also seeking to highlight the perceptions and attitudes of public servants towards the use of AI, as well as to assess the level of organizational readiness. Furthermore, the study aimed to evaluate whether AI can improve the quality, efficiency, and functionality of the public sector, while also examining the technical and institutional challenges that affect its adoption.&#13;
The research follows a quantitative methodology and is based on the voluntary participation of eighty-seven (87) public servants of the Republic of Cyprus through a structured questionnaire. It is noted that the research instrument was designed based on the international literature and the identified research gaps, in order to enable the collection of measurable data.&#13;
The findings of the study indicate that the use of AI applications in the Cypriot public sector remains limited, while at the same time revealing a generally positive attitude among public servants towards its use, particularly in improving the efficiency and functionality of electronic services. However, key challenges emerge, such as the lack of appropriate staff training, the potential loss of human control, as well as risks related to the protection of personal data.&#13;
The study concludes that AI has the potential to enhance e-government in Cyprus, provided that the necessary regulatory framework is developed in advance, digital skills of the workforce are strengthened, and data governance is improved. Consequently, the findings of this study can serve as a catalyst both for further scientific research and for the design of policy or regulatory changes in this field.
</description>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/13375">
<title>Χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης για την Ανίχνευση “Red Flags” σε Οργανισμούς</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13375</link>
<description>Χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης για την Ανίχνευση “Red Flags” σε Οργανισμούς
Θεοδόσιος, Αντωνόπουλος
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον ρόλο της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην ανίχνευση red flags και στη διαχείριση κινδύνων απάτης, εστιάζοντας στις τεχνολογικές, ελεγκτικές και κανονιστικές διαστάσεις. Αρχικά παρουσιάζεται η εξέλιξη της ΤΝ και οι σύγχρονες εφαρμογές της στον εσωτερικό έλεγχο, ενώ αναλύονται διεξοδικά τα μοντέλα μηχανικής μάθησης, τα συστήματα επεξεργασίας φυσικής γλώσσας και οι αλγόριθμοι ανίχνευσης ανωμαλιών που χρησιμοποιούνται για την αναγνώριση ύποπτων μοτίβων σε λογιστικά και λειτουργικά δεδομένα. Στη συνέχεια εξετάζονται τα κριτήρια επιλογής και αξιολόγησης των αλγορίθμων, οι δείκτες απόδοσης, καθώς και τα ζητήματα ερμηνευσιμότητας, διαφάνειας και συμμόρφωσης με το κανονιστικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων του GDPR και του AI Act. Κεντρικό συμπέρασμα της εργασίας είναι ότι, παρά τη σημαντική συμβολή της ΤΝ στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και της ακρίβειας των διαδικασιών ελέγχου, η ανθρώπινη εποπτεία παραμένει αναντικατάστατη. Η μελέτη καταλήγει ότι η ΤΝ δεν αντικαθιστά τον εσωτερικό έλεγχο αλλά τον ενισχύει, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζεται σε περιβάλλον με σαφείς μηχανισμούς εποπτείας, διαφάνειας και λογοδοσίας. Η επιτυχής ενσωμάτωσή της προϋποθέτει στοχευμένη επιλογή μοντέλων, επαρκή εκπαίδευση των ανθρώπων που τα χρησιμοποιούν και συνεχή παρακολούθηση της λειτουργίας τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεργασία ανθρώπου και μηχανής αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας για τη βιώσιμη και ασφαλή αξιοποίηση της ΤΝ στην ανίχνευση των red flags και στη διασφάλιση της ακεραιότητας των οργανισμών.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
This master’s thesis examines the role of Artificial Intelligence (AI) in the detection of red flags and the management of fraud-related risks, focusing on technological, auditing, and regulatory dimensions. Initially, the evolution of AI and its contemporary applications in internal auditing are presented, followed by an analysis of machine learning models, natural language processing systems, and anomaly detection algorithms used to identify suspicious patterns in accounting and operational data. Subsequently, the study explores the criteria for selecting and evaluating algorithms, performance metrics, and issues related to interpretability, transparency, and compliance with the regulatory framework, including the GDPR and the AI Act. A key finding of the thesis is that, despite the significant contribution of AI to improving the efficiency and accuracy of audit processes, human oversight remains indispensable. The study concludes that AI does not replace internal auditing but enhances it, provided that it is implemented within a framework characterized by clear mechanisms of supervision, transparency, and accountability. Successful integration requires careful model selection, adequate training of the professionals involved, and continuous monitoring of system performance. Within this context, human–machine collaboration emerges as a critical factor for the sustainable and secure use of AI in red flag detection and in safeguarding organizational integrity.
</description>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/13374">
<title>Λογιστική Απάτη και Παραποίηση Οικονομικών Καταστάσεων: Ο Ρόλος της Δημιουργικής Λογιστικής και του Εσωτερικού Ελεγκτή</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13374</link>
<description>Λογιστική Απάτη και Παραποίηση Οικονομικών Καταστάσεων: Ο Ρόλος της Δημιουργικής Λογιστικής και του Εσωτερικού Ελεγκτή
Σφυρή, Παναγιώτα
Η παρούσα διπλωματική εργασία αποσκοπεί στη διερεύνηση του φαινομένου της λογιστικής απάτης, με έμφαση στην παραποίηση των οικονομικών καταστάσεων και στη χρήση της δημιουργικής λογιστικής ως μέσου διαστρέβλωσης των οικονομικών δεδομένων. Στόχος της μελέτης είναι να προάγει τον προβληματισμό και να ενισχύσει τον διάλογο γύρω από την ανάγκη για ποιοτική και αξιόπιστη χρηματοοικονομική πληροφόρηση. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύονται οι τεχνικές αλλοίωσης των οικονομικών στοιχείων, τα κίνητρα πίσω από την παραπλανητική παρουσίαση της οικονομικής εικόνας των επιχειρήσεων, καθώς και ο κρίσιμος ρόλος του εσωτερικού ελέγχου στην πρόληψη, ανίχνευση και αποτροπή τέτοιων πρακτικών.&#13;
Η εσφαλμένη απεικόνιση των χρηματοοικονομικών μεγεθών ενός οργανισμού αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα που απασχολεί τις εποπτικές αρχές, τους οικονομικούς αναλυτές, τους επενδυτές και το ευρύ κοινό, καθώς συχνά εφαρμόζεται από επιχειρήσεις με στόχο την εξωραΐση της εικόνας τους και την εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων. Συνεπώς, η ενδελεχής προσέγγιση των τεχνικών διαστρέβλωσης, καθώς και η ανάδειξη της καθοριστικής σημασίας των μηχανισμών εσωτερικής εποπτείας, είναι απαραίτητες σε ένα πλαίσιο όπου η αξιοπιστία της οικονομικής πληροφόρησης αποτελεί θεμέλιο λίθο για την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία των αγορών.&#13;
Η εν θέματι διπλωματική εργασία επιδιώκει να εφαρμόσει μια πιο ποιοτική ερευνητική προσέγγιση αξιοποιώντας τόσο θεωρητικά, όσο και εμπειρικά δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζονται πρόσφατες μελέτες περίπτωσης (case studies) που βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά, κυρίως σε διεθνές επίπεδο. Μέσω της εξέτασης αυτών των περιπτώσεων επιχειρείται η επισήμανση των λογιστικών και διοικητικών πρακτικών που υιοθετήθηκαν, των κινήτρων που οδήγησαν στην αλλοίωση των οικονομικών δεδομένων, καθώς και των συνεπειών που επήλθαν τόσο για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, όσο και για τους εμπλεκόμενους φορείς.&#13;
Η επιλογή της συγκεκριμένης μεθοδολογίας καθιστά εφικτή την εις βάθος θεωρητική διερεύνηση και την κριτική αποτίμηση τεκμηριωμένων περιστατικών και πρακτικών που έχουν καταγραφεί στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον. Μέσω της συστηματικής ανάλυσης των εν λόγω περιπτώσεων, επιδιώκεται η εξαγωγή επιστημονικά θεμελιωμένων συμπερασμάτων, τα οποία δύνανται να συμβάλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας των δεδομένων.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
This thesis aims to investigate the phenomenon of accounting fraud, with a particular focus on the manipulation of financial statements and the use of creative accounting as a mean of distorting financial data. The study aims to stimulate critical reflection and foster dialogue around the need for high-quality and reliable financial reporting. Within this context, it analyzes the techniques employed to alter financial figures, the motivations behind the misleading presentation of a company’s financial position, and the crucial role of internal auditing in preventing, detecting, and deterring such practices.&#13;
The misrepresentation of an organization’s financial metrics remains a persistent issue that concerns regulatory authorities, financial analysts, investors, and the general public. It is often employed by companies to embellish their image and serve self-interests. Therefore, a thorough examination of distortion techniques and a clear emphasis on the importance of internal oversight mechanisms are essential in a framework where the credibility of financial information is a cornerstone for investor trust and the smooth functioning of markets.&#13;
This thesis adopts a qualitative research approach, utilizing both theoretical and empirical data. It presents recent case studies based on real-world incidents, primarily at the international level. Through the examination of these cases, the study highlights the accounting and managerial practices adopted, the underlying motivations for data manipulation, and the consequences faced by the companies and stakeholders involved.&#13;
The chosen methodology enables an in-depth theoretical exploration and critical evaluation of documented incidents and practices within the modern business environment. Through systematic analysis of these cases, the study aims to draw scientifically grounded conclusions that can meaningfully contribute to enhancing transparency and the reliability of financial data.
</description>
<dc:date>2025-10-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item rdf:about="http://hdl.handle.net/11728/13373">
<title>Από την Ηθική Αντοχή στην Καθημερινή Διαφθορά: Εμπειρική διερεύνηση της καταπολέμησης της απάτης στη Δημόσια Διοίκηση</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13373</link>
<description>Από την Ηθική Αντοχή στην Καθημερινή Διαφθορά: Εμπειρική διερεύνηση της καταπολέμησης της απάτης στη Δημόσια Διοίκηση
Τσαντάνη, Νεκταρία
Η παρούσα εργασία διερευνά το φαινόμενο της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης στη Δημόσια Διοίκηση, εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ διαφάνειας, θεσμικού ελέγχου και ηθικής αντοχής των εργαζομένων. Αρχικά, αναλύεται το θεωρητικό και νομικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, με έμφαση στις συνταγματικές και διεθνείς βάσεις της διαφάνειας και της καταπολέμησης της διαφθοράς. Στη συνέχεια, εξετάζεται ο ρόλος των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και ειδικότερα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ως σύγχρονου μηχανισμού ελέγχου.&#13;
&#13;
Η εμπειρική έρευνα βασίζεται σε ποιοτική μεθοδολογία, αξιοποιώντας αφηγηματική διερεύνηση, ημι-δομημένες συνεντεύξεις και ημερολόγια αναστοχασμού, προκειμένου να αποτυπωθούν οι βιωματικές εμπειρίες εργαζομένων στη Δημόσια Διοίκηση. Τα ευρήματα αναδεικνύουν φαινόμενα ηθικής πίεσης, σιωπής και θεσμικής δυσλειτουργίας, καθώς και τα όρια της τυπικής συμμόρφωσης όταν απουσιάζει ουσιαστική κουλτούρα ακεραιότητας.&#13;
&#13;
Τέλος, η εργασία προτείνει θεσμικές και εκπαιδευτικές παρεμβάσεις με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας, την πρόληψη της απάτης και την καλλιέργεια ηθικής αντοχής στον δημόσιο τομέα, υπογραμμίζοντας τη σημασία της πρόληψης έναντι της αποκλειστικά κατασταλτικής αντιμετώπισης.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
This study explores corruption and maladministration within Public Administration, focusing on the interplay between transparency, institutional control, and the ethical resilience of public servants. It initially examines the legal and theoretical framework governing public administration, highlighting constitutional and international foundations for transparency and anti-corruption policies. Particular emphasis is placed on the role of independent administrative authorities, and especially the National Transparency Authority, as modern mechanisms of oversight.&#13;
&#13;
The empirical part of the research adopts a qualitative methodological approach, employing narrative inquiry, semi-structured interviews, and reflective journals in order to capture the lived experiences of public sector employees. The findings reveal patterns of ethical pressure, institutional silence, and administrative manipulation, as well as the limitations of formal compliance in the absence of a deeply rooted culture of integrity.&#13;
&#13;
Furthermore, the study examines the contribution of forensic accounting to the prevention and detection of fraud, underscoring its value as a complementary tool to traditional legal and administrative controls. The research concludes by proposing institutional and educational measures aimed at strengthening transparency, enhancing ethical resilience, and promoting effective anti-corruption strategies within Public Administration.
</description>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
</rdf:RDF>
