<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" version="2.0">
<channel>
<title>Thesis &amp; Dissertation - Διατριβές &amp; Διδακτορικές</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/51</link>
<description/>
<pubDate>Thu, 07 May 2026 09:37:35 GMT</pubDate>
<dc:date>2026-05-07T09:37:35Z</dc:date>
<item>
<title>Επαγγελματική Ικανοποίηση και Σύγκρουση Ρόλων</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13416</link>
<description>Επαγγελματική Ικανοποίηση και Σύγκρουση Ρόλων
Τεμπρίδου, Χρυσοβαλάντου
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά την επαγγελματική ικανοποίηση και τη σύγκρουση ρόλων, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο οι αντικρουόμενες απαιτήσεις επηρεάζουν τη στάση των εργαζομένων απέναντι στην εργασία τους. Η επαγγελματική ικανοποίηση προσεγγίζεται ως πολυδιάστατη έννοια που συνδέεται με την απόδοση, τη δέσμευση, την ψυχολογική ευημερία και την πρόθεση παραμονής στον οργανισμό. Η σύγκρουση ρόλων ορίζεται ως ασυμβατότητα προσδοκιών είτε εντός του ίδιου ρόλου είτε μεταξύ διαφορετικών ρόλων, η οποία προκαλεί ένταση και δυσχέρεια στην άσκηση των καθηκόντων. Σκοπός της έρευνας είναι: α) η διερεύνηση του επιπέδου της επαγγελματικής ικανοποίησης των εργαζομένων, β) η επίδραση δημογραφικών μεταβλητών, όπως το φύλο, η ηλικία και τα έτη προϋπηρεσίας, και γ) η μελέτη της σχέσης μεταξύ σύγκρουσης ρόλων και επαγγελματικής ικανοποίησης. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε είναι βιβλιογραφική έρευνα, με συστηματική ανασκόπηση ελληνικών και διεθνών μελετών από επιστημονικές βάσεις δεδομένων. Τα κριτήρια επιλογής αφορούσαν δημοσιεύσεις με αξιολόγηση από ομοτίμους, εστίαση σε εργαζομένους δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και τεκμηριωμένη σύνδεση των δύο βασικών εννοιών. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η επαγγελματική ικανοποίηση κυμαίνεται συνήθως σε μέτρια προς υψηλά επίπεδα και επηρεάζεται από οργανωσιακούς παράγοντες όπως η δικαιοσύνη, η ηγεσία και οι ευκαιρίες εξέλιξης. Η σύγκρουση ρόλων αναδεικνύεται ως σταθερός αρνητικός παράγοντας, συνδεόμενη με αυξημένο άγχος, συναισθηματική εξάντληση, μειωμένη δέσμευση και πρόθεση αποχώρησης. Συμπερασματικά, η σαφής οριοθέτηση αρμοδιοτήτων, η αποτελεσματική επικοινωνία και η διοικητική υποστήριξη αποτελούν βασικά μέσα ενίσχυσης της εργασιακής ικανοποίησης.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
The present study examines job satisfaction and role conflict, highlighting how conflicting demands affect employees’ attitudes toward their work. Job satisfaction is approached as a multidimensional construct associated with performance, organizational commitment, psychological well-being, and intention to remain in the organization. Role conflict is defined as the incompatibility of expectations either within the same role or between different roles undertaken by an individual, leading to tension and difficulties in fulfilling job duties. The purpose of the study is: (a) to investigate the level of job satisfaction among employees, (b) to explore the influence of demographic variables such as gender, age, and years of service, and (c) to examine the relationship between role conflict and job satisfaction. The methodology applied was a literature review based on a systematic examination of Greek and international studies retrieved from scientific databases. Selection criteria included peer-reviewed publications, focus on employees in the public and private sectors, and documented association between the two core concepts. Findings indicate that job satisfaction is generally reported at moderate-to-high-levels and is influenced by organizational factors such as justice, leadership, and career development opportunities. Role conflict emerges as a consistent negative predictor, associated with increased stress, emotional exhaustion, reduced commitment, and higher turnover intention. In conclusion, clear role definition, effective communication, and managerial support are identified as essential practices for enhancing employee satisfaction and reducing the negative impact of role conflict.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13416</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Η επίδραση των ESG κριτηρίων στις επενδυτικές αποφάσεις και τη χρηματοοικονομική απόδοση εταιρειών: μελέτη περίπτωσης του Ομίλου ΤΙΤΑΝ</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13415</link>
<description>Η επίδραση των ESG κριτηρίων στις επενδυτικές αποφάσεις και τη χρηματοοικονομική απόδοση εταιρειών: μελέτη περίπτωσης του Ομίλου ΤΙΤΑΝ
Σταμούλης, Χρήστος
Η παρούσα εργασία διερευνά τη σχέση επιλεγμένων δεικτών ESG (Environmental–Social) με βασικά οικονομικά μεγέθη και αριθμοδείκτες της εταιρίας ΤΙΤΑΝ για την περίοδο 2018–2024. Σκοπός είναι η αποτύπωση της διαχρονικής εξέλιξης των ESG δεικτών και η εξέταση του βαθμού συμμεταβολής τους με οικονομικές μεταβλητές που χρησιμοποιούνται συχνά ως σήματα στην επενδυτική αξιολόγηση, όπως ROA, ROE και Ξένα/Ίδια Κεφάλαια. Η μεθοδολογία βασίζεται σε μελέτη περίπτωσης με ποσοτική, περιγραφική και συσχετιστική προσέγγιση. Τα δεδομένα αντλήθηκαν από δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις και διαθέσιμες εταιρικές αναφορές. Δεδομένου ότι οι εκθέσεις βιωσιμότητας δεν είναι σταθερές ως προς τη μορφή και αρκετοί ESG δείκτες δεν διαθέτουν ποσοτικές μετρήσεις, επιλέχθηκαν δείκτες με συγκρίσιμα αριθμητικά δεδομένα. Η ανάλυση περιλάμβανε περιγραφική παρουσίαση, υπολογισμό αριθμοδεικτών και συσχετίσεις Pearson (N=7 έτη). Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι ESG δείκτες συνδέονται ισχυρότερα με λειτουργικά μεγέθη (μικτό κέρδος/μικτό περιθώριο) παρά με δείκτες που εξαρτώνται από reported καθαρό κέρδος, το οποίο επηρεάστηκε από μη επαναλαμβανόμενα γεγονότα. Συμπεραίνεται ότι η ερμηνεία ESG–απόδοσης απαιτεί προσεκτική επιλογή δεικτών και διάκριση λειτουργικών έναντι έκτακτων αποτελεσμάτων.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
This study examines the relationship between selected ESG (Environmental–Social) indicators and key financial figures and ratios for TITAN over the period 2018–2024. Its purpose is to document the time evolution of ESG metrics and to explore their co-movement with financial variables frequently used as signals in investment assessment, including ROA, ROE and the Debt-to-Equity ratio. Methodologically, the research adopts a single-firm case study design with a quantitative, descriptive and correlational approach. Data were collected from published financial statements and available corporate ESG-related disclosures. Because sustainability reporting has been more systematic only in recent years, with non-uniform formats across time, and because many ESG dimensions are disclosed qualitatively rather than quantitatively, the analysis focused on indicators with consistent numeric measurements. The empirical work includes descriptive trend analysis, computation of core financial ratios, and Pearson correlation tests based on the common sample of seven annual observations (N=7). Findings indicate that ESG indicators are more closely associated with operating-level measures (gross profit and gross margin) than with ratios driven by reported net income. The latter is substantially affected by non-recurring, non-operating events, which weakens the interpretability of ROA/ROE as proxies for “investment decisions” in this setting. Overall, the study concludes that ESG–performance inferences require careful metric selection and a clear distinction between operating fundamentals and one-off reported outcomes.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13415</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Η επίδραση της αντίληψης για το σύστημα αξιολόγησης απόδοσης και της ατομικής ευθύνης στις συμπεριφορές εργαζομένων σε περιβάλλον οργανωτικής ανασφάλειας</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13414</link>
<description>Η επίδραση της αντίληψης για το σύστημα αξιολόγησης απόδοσης και της ατομικής ευθύνης στις συμπεριφορές εργαζομένων σε περιβάλλον οργανωτικής ανασφάλειας
Μανδαλά, Χριστίνα
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η αντίληψη των εργαζομένων για το σύστημα αξιολόγησης απόδοσης και η εμπειρία της εργασιακής ανασφάλειας επηρεάζουν τις εργασιακές τους συμπεριφορές καθώς και τον ρόλο της ατομικής ευθύνης ως ενδεχόμενου μετριαστικού παράγοντα. Το σύγχρονο οργανωσιακό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα, έντονες οργανωσιακές αλλαγές και πιέσεις προσαρμογής, γεγονός που καθιστά τη μελέτη των αντιλήψεων και των συμπεριφορών των εργαζομένων ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού.&#13;
Σε θεωρητικό επίπεδο, η έρευνα στηρίζεται σε βασικές προσεγγίσεις της οργανωσιακής ψυχολογίας, όπως η Θεωρία Κοινωνικής Ανταλλαγής, η Θεωρία Οργανωσιακής Δικαιοσύνης, η Θεωρία Διατήρησης Πόρων και η Θεωρία Αυτοπροσδιορισμού, οι οποίες παρέχουν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κατανόησης των αντιδράσεων των εργαζομένων σε συνθήκες ανασφάλειας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των αντιλήψεων για τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία των συστημάτων αξιολόγησης απόδοσης, καθώς και στη σημασία των ατομικών ψυχολογικών πόρων,  όπως η αίσθηση ευθύνης και λογοδοσίας.&#13;
Η εμπειρική έρευνα υιοθετεί ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση και βασίζεται στη συλλογή πρωτογενών δεδομένων μέσω δομημένου ερωτηματολογίου, το οποίο απευθύνθηκε σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση περιγραφικής στατιστικής, ελέγχων αξιοπιστίας, συσχετίσεων και πολυμεταβλητών τεχνικών, με στόχο τη διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ των βασικών μεταβλητών της έρευνας.&#13;
Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η αρνητική αντίληψη για το σύστημα αξιολόγησης απόδοσης και τα αυξημένα επίπεδα εργασιακής ανασφάλειας συνδέονται με δυσμενείς εργασιακές συμπεριφορές, όπως μειωμένη δέσμευση και τάσεις αποστασιοποίησης. Αντίθετα, η ατομική ευθύνη φαίνεται να λειτουργεί ως προστατευτικός παράγοντας, ενισχύοντας πιο προσαρμοστικές και λειτουργικές συμπεριφορές ακόμη και σε περιβάλλοντα αβεβαιότητας. Η εργασία ολοκληρώνεται με την παρουσίαση θεωρητικών και πρακτικών προεκτάσεων, καθώς και προτάσεων για μελλοντική έρευνα στον τομέα της διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
This dissertation examines the relationship between employees’ perceptions of performance appraisal systems, job insecurity and work-related behaviors, as well as the role of individual accountability as a potential moderating factor. In today’s organizational environment, characterized by heightened uncertainty, continuous change and increased competitive pressure, understanding how employees perceive organizational practices and how these perceptions shape their behavior has become aa critical concern for human resource management.&#13;
From a theoretical perspective, the study draws upon key frameworks in organizational psychology, including Social Exchange Theory, Organizational Justice Theory, Conservation Resources Theory and Self-Determination Theory. These approaches provide a comprehensive lens through which employees’ behavioral responses to organizational insecurity can be interpreted. Particular emphasis is placed on perceived fairness, transparency and credibility of performance appraisal systems, as well as on individual psychological resources such as responsibility and accountability.&#13;
The empirical part of the study adopts a quantitative research design and is based on the collection of primary data through a structured questionnaire administered to employees in private sector. Data analysis was conducted using descriptive statistics, reliability analysis, correlation analysis and multivariate statistical techniques in order to explore the relationships among the main research variables.&#13;
The findings indicate that negative perceptions of performance appraisal systems and higher levels of job insecurity are significantly associated with unfavorable work behaviors, including reduced engagement and withdrawal tendencies. Conversely, individual accountability appears to be positively related to more adaptive and constructive behaviors, suggesting that it may function as a protective factor in contexts of organizational uncertainty. Employees who demonstrate a stronger sense of personal responsibility tend to maintain higher levels of professionalism and commitment, even under conditions of perceived insecurity.&#13;
Overall, the study contributes to the existing literature by highlighting the combined role of organizational practices and individual characteristics in shaping employee behavior under uncertainty. Practical implications are discussed for human resource management, particularly regarding the design and communication of performance appraisal systems and the development of a culture that fosters accountability. The dissertation concludes by outlining limitations of the study and proposing directions for future research in the field of human resource management.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13414</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Η Επίδραση της Συναισθηματικής Νοημοσύνης των Ηγετών στη Διαχείριση Συγκρούσεων στον Εργασιακό Χώρο</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13413</link>
<description>Η Επίδραση της Συναισθηματικής Νοημοσύνης των Ηγετών στη Διαχείριση Συγκρούσεων στον Εργασιακό Χώρο
Μαυροκέφαλος, Χαράλαμπος
Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την επίδραση της συναισθηματικής νοημοσύνης των ηγετών στις στρατηγικές διαχείρισης συγκρούσεων στον εργασιακό χώρο. Στα σύγχρονα οργανωσιακά περιβάλλοντα, όπου οι συγκρούσεις αποτελούν αναπόφευκτο στοιχείο της καθημερινής λειτουργίας, ο ρόλος της ηγεσίας και ειδικότερα οι συναισθηματικές δεξιότητες των ηγετών αναδεικνύονται ως κρίσιμοι παράγοντες για τη διατήρηση συνεργατικών σχέσεων, την αποτελεσματική επικοινωνία και τη δημιουργία θετικού εργασιακού κλίματος.&#13;
Η έρευνα ακολούθησε ποσοτική ερευνητική προσέγγιση και πραγματοποιήθηκε σε δείγμα εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι απασχολούνται σε μεγάλη εταιρεία που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα. Το δείγμα περιλάμβανε εργαζομένους τόσο σε ηγετικές όσο και σε μη ηγετικές θέσεις, επιτρέποντας τη διερεύνηση της σχέσης της συναισθηματικής νοημοσύνης με τις στρατηγικές διαχείρισης συγκρούσεων στο σύγχρονο οργανωσιακό περιβάλλον. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν δύο διεθνώς αναγνωρισμένα και αξιόπιστα ψυχομετρικά εργαλεία: το Wong and Law Emotional Intelligence Scale (WLEIS) για τη μέτρηση της συναισθηματικής νοημοσύνης και το Rahim Organizational Conflict Inventory–II (ROCI–II) για την αξιολόγηση των στρατηγικών διαχείρισης συγκρούσεων.&#13;
Τα αποτελέσματα της στατιστικής ανάλυσης έδειξαν ότι υψηλότερα επίπεδα συναισθηματικής νοημοσύνης συνδέονται θετικά με τη χρήση συνεργατικών και εποικοδομητικών στρατηγικών διαχείρισης συγκρούσεων, ενώ η σχέση με ανταγωνιστικές και κυριαρχικές προσεγγίσεις δεν αναδείχθηκε ως στατιστικά ισχυρή. Ιδιαίτερη σημασία παρουσίασε η διάσταση της αξιολόγησης των συναισθημάτων των άλλων, η οποία αποτέλεσε τον ισχυρότερο προγνωστικό παράγοντα της συνεργατικής στρατηγικής επίλυσης συγκρούσεων. Παράλληλα, δεν διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά.&#13;
Συμπερασματικά, η μελέτη αναδεικνύει τη συναισθηματική νοημοσύνη ως βασικό πυλώνα αποτελεσματικής ηγεσίας και επιτυχημένης διαχείρισης συγκρούσεων, προσφέροντας ουσιαστικές θεωρητικές και πρακτικές προεκτάσεις για τη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού και την ενίσχυση της οργανωσιακής συνεργασίας.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
This master’s thesis examines the impact of leaders’ emotional intelligence on conflict management strategies in the workplace. In contemporary organizational environments, where conflict constitutes an inevitable aspect of daily interactions, leadership plays a pivotal role, and emotional competencies emerge as critical factors in promoting cooperation, effective communication, and a positive work climate.&#13;
The study adopts a quantitative research approach and was conducted on a sample of private-sector employees working in a large company operating in Greece. The sample included individuals in both leadership and non-leadership positions, allowing for a broader examination of the relationship between emotional intelligence and conflict management strategies within a modern organizational context. Data were collected using two internationally validated and reliable instruments: the Wong and Law Emotional Intelligence Scale (WLEIS), which measures emotional intelligence across four dimensions, and the Rahim Organizational Conflict Inventory–II (ROCI–II), which assesses different conflict management styles.&#13;
The results of the statistical analysis indicated that higher levels of emotional intelligence were positively associated with the use of collaborative and constructive conflict management strategies, while the relationship with competitive and dominating approaches was not statistically robust. Among the dimensions of emotional intelligence, others’ emotional appraisal emerged as the strongest predictor of the integrating conflict management strategy. In addition, no statistically significant differences were observed with respect to demographic characteristics.&#13;
Overall, the findings underscore emotional intelligence as a key component of effective leadership and successful conflict management in the workplace. The study offers important theoretical contributions to the literature on emotional intelligence and organizational behavior, while also providing practical implications for leadership development, human resource management practices, and the promotion of cooperative and emotionally intelligent organizational cultures.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13413</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
</channel>
</rss>
