<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" version="2.0">
<channel>
<title>School of Health Sciences</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/60</link>
<description>Σχολή Επιστημών Υγείας</description>
<pubDate>Wed, 29 Apr 2026 13:29:57 GMT</pubDate>
<dc:date>2026-04-29T13:29:57Z</dc:date>
<item>
<title>Η Σχέση των Πιέσεων της Εμφάνισης από Ρομαντικούς Συντρόφους στην Εικόνα Σώματος και ο Ρόλος της Αντικειμενοποίησης</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13281</link>
<description>Η Σχέση των Πιέσεων της Εμφάνισης από Ρομαντικούς Συντρόφους στην Εικόνα Σώματος και ο Ρόλος της Αντικειμενοποίησης
Ιωάννου, Μαρκέλλα
Οι ρομαντικές σχέσεις αποτελούν ένα κρίσιμο διαπροσωπικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνονται στάσεις και εμπειρίες που αφορούν την εικόνα σώματος. Η παρούσα έρευνα διερεύνησε τον ρόλο των αντιλαμβανόμενων πιέσεων για την εμφάνιση από τον/τη ρομαντικό/ή σύντροφο και των διεργασιών αντικειμενοποίησης στη διαμόρφωση ψυχολογικών και σχεσιακών εκβάσεων. Στόχος της έρευνας ήταν να εξετάσει κατά πόσο οι πιέσεις για την εμφάνιση εντός της ρομαντικής σχέσης, συνδέονται με την εικόνα σώματος, την ευαισθησία στην απόρριψη που βασίζεται στην εμφάνιση και την ικανοποίηση από τη σχέση, καθώς και ο ρόλος της αυτοαντικειμενοποίησης ως κεντρικού ερμηνευτικού μηχανισμού. Στην έρευνα συμμετείχαν 787 ενήλικα άτομα (224 άνδρες και 563 γυναίκες), ηλικίας 18 έως 70 ετών, τα οποία βρίσκονταν σε ετερόφυλη ρομαντική σχέση. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω ανώνυμου ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου και αναλύθηκαν με συσχετιστικές αναλύσεις, t-test ανεξάρτητων δειγμάτων και αναλύσεις γραμμικής παλινδρόμησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι αντιλαμβανόμενες πιέσεις για την εμφάνιση από τον/τη ρομαντικό/ή σύντροφο, συνδέονται με δυσμενείς εκβάσεις για την εικόνα σώματος και την εμπειρία της σχέσης, όπως μειωμένη εκτίμηση σώματος και χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σχέση, καθώς και αυξημένο άγχος εμφάνισης, διαταραγμένες διατροφικές στάσεις και αυξημένη ευαισθησία απόρριψης βάσει εμφάνισης. Οι συσχετίσεις αυτές παρατηρήθηκαν και στα δύο φύλα, με διαφοροποιήσεις ως προς την αυτοαντικειμενοποίηση και την αυτοεκτίμηση, ενώ δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ των πιέσεων για την εμφάνιση και της επένδυσης στην εμφάνιση. Η αυτοαντικειμενοποίηση λειτούργησε ως σημαντικός προγνωστικός παράγοντας αρνητικών ψυχολογικών εκβάσεων και συσχετίστηκε θετικά με την αντικειμενοποίηση του/της συντρόφου. Στο μοντέλο πρόβλεψης της ικανοποίησης από τη σχέση, η αντικειμενοποίηση του/της συντρόφου παρουσίασε ισχυρότερη αρνητική επίδραση σε σύγκριση με την αυτοαντικειμενοποίηση. Επιπλέον, παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις ως προς το φύλο και τη διάρκεια της σχέσης. Οι γυναίκες παρουσίασαν υψηλότερα επίπεδα αυτοαντικειμενοποίησης και επένδυσης στην εμφάνιση, ενώ οι άνδρες υψηλότερα επίπεδα αντικειμενοποίησης της συντρόφου. Αντίστοιχα, η αρχική φάση της σχέσης συνδέθηκε με υψηλότερα επίπεδα αυτοαντικειμενοποίησης, επένδυσης στην εμφάνιση και ευαισθησίας στην απόρριψη βάσει εμφάνισης. Συνολικά, τα ευρήματα αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο των ρομαντικών σχέσεων στη διαμόρφωση στάσεων και εμπειριών που αφορούν την εικόνα σώματος και υπογραμμίζουν ότι η εστίαση στην εμφάνιση, δύναται να υπονομεύσει την ψυχολογική ευημερία και την ποιότητα της σχέσης. Η παρούσα έρευνα συμβάλλει στην κατανόηση της διαπροσωπικής διάστασης της αντικειμενοποίησης και αναδεικνύει την ανάγκη ανάπτυξης παρεμβάσεων που προάγουν την αποδοχή του σώματος και την ενίσχυση υγιών αλληλεπιδράσεων στα ζευγάρια, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές φύλου.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
Romantic relationships constitute a critical interpersonal context within which attitudes and experiences related to body image are shaped. The present study examined the role of perceived appearance-related pressures from the romantic partner, as well as objectification processes, in shaping psychological and relational outcomes. The aim of the study was to investigate whether appearance-related pressures within romantic relationships are associated with body image, appearance-based rejection sensitivity, and relationship satisfaction, as well as to examine the role of self-objectification as a central explanatory mechanism. The sample consisted of 787 adults (224 men and 563 women), aged 18 to 70 years, who were involved in a heterosexual romantic relationship. Data were collected through an anonymous online questionnaire and analysed using correlational analyses, independent-samples t-tests, and linear regression analyses. The results indicated that perceived appearance-related pressures from the romantic partner were associated with adverse outcomes for both body image and relationship experiences, including lower body appreciation and reduced relationship satisfaction, as well as higher appearance anxiety, disordered eating attitudes, and increased appearance-based rejection sensitivity. These associations were observed in both genders, with gender-related differences in self-objectification and self-esteem, while no statistically significant relationship was found between appearance-related pressures and appearance investment. Self-objectification functioned as a significant predictor of negative psychological outcomes and was positively associated with the objectification of the romantic partner. In the predictive model of relationship satisfaction, partner-objectification demonstrated a stronger negative effect than self-objectification. Furthermore, differences were observed with regard to gender and relationship duration. Women reported higher levels of self-objectification and appearance investment, whereas men reported higher levels of partner-objectification. Similarly, the early stage of the relationship was associated with higher levels of self-objectification, appearance investment and appearance-based rejection sensitivity. Overall, the findings highlight the decisive role of romantic relationships in shaping body image-related attitudes and experiences, and underline that an excessive focus on appearance may undermine psychological well-being and relationship quality. The present study contributes to the understanding of the interpersonal dimension of objectification and underscores the need for the development of interventions that promote body acceptance and foster healthy couple interactions, while taking gender differences into account.
</description>
<pubDate>Thu, 01 Jan 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13281</guid>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες και Παιδαγωγική Επάρκεια Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης: Μια Αφηγηματική Σύνθεση Ποσοτικών Μελετών</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13280</link>
<description>Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες και Παιδαγωγική Επάρκεια Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης: Μια Αφηγηματική Σύνθεση Ποσοτικών Μελετών
Χαλιώτη, Ζωή
Οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες αποτελούν ένα σύνθετο φαινόμενο που επηρεάζει σημαντικό ποσοστό του μαθητικού πληθυσμού, με επιπτώσεις όχι μόνο στη σχολική επίδοση αλλά και στη συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη των μαθητών. Η παρούσα εργασία μέσω της αφηγηματικής σύνθεσης ποσοτικών μελετών παρουσιάζει τα επίπεδα κατάρτισης των εκπαιδευτικών σε σχέση με τις ΕΜΔ παγκοσμίως. Στο θεωρητικό μέρος της εργασίας αναλύονται οι βασικές κατηγορίες ΕΜΔ, αναφέρονται τα γνωστικά, μαθησιακά και κοινωνικο-συναισθηματικά χαρακτηριστικά των μαθητών με ΕΜΔ, η αιτιοπαθολογία τους καθώς και η σημασία της πρώιμης παρέμβασης. Παρουσιάζονται επίσης ενδεδειγμένες πρακτικές εκπαιδευτικής παρέμβασης. Στο μεθοδολογικό και αναλυτικό μέρος μέρος πραγματοποιείται περιγραφική σύνθεση ποσοτικών ερευνών από διαφορετικά γεωγραφικά και πολιτισμικά πλαίσια, με στόχο τη διερεύνηση του επιπέδου γνώσεων και παιδαγωγικής κατάρτισης και επάρκειας εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αναφορικά με τις ΕΜΔ. Βάσει της συγκεκριμένης μεθοδολογίας προκύπτουν σημαντικοί περιορισμοί της συγκριτικής ανάλυσης. Αρχικά, επιλέχθηκε για το μεθοδολιγικό μέρος της εργασίας η συγκεκριμένη μέθοδος και όχι στατιστική μετα-ανάλυση των αποτελεσμάτων και στατιστικές συγκρίσεις μεταξύ ερευνών, λόγω ετερογένειας των δειγμάτων αλλά και των γεωγραφικών πλαισίων. Επίσης τα συμπεράσματα της σύνθεσης μελετών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα και την εγκυρότητα των πρωτογενών ερευνών. Τέλος η σύνθεση μελετών δεν περιλαμβάνει άμεση παρατήρηση και πρωτογενή μέτρηση. Τα ευρήματα που λήφθηκαν υπόψη για την εκπόνηση της παρούσας εργασίας δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί εμφανίζουν κυρίως χαμηλό έως μέτριο επίπεδο κατάρτισης στις ΕΜΔ, με περιορισμένη ικανότητα έγκαιρης αναγνώρισης και εφαρμογής τεκμηριωμένων παρεμβάσεων. Τα συμπεράσματα της εργασίας αναδεικνύουν την ανάγκη για συστηματική και επιστημονικά τεκμηριωμένη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, προκειμένου να ενισχυθεί η παιδαγωγική τους επάρκεια και να βελτιωθεί ουσιαστικά η υποστήριξη μαθητών με ΕΜΔ.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
Specific Learning Difficulties (SLD) constitute a complex phenomenon affecting a significant proportion of the student population, with consequences not only for academic achievement but also for students’ emotional and social development. The present study aims to investigate teachers’ levels of knowledge and pedagogical training regarding SLD worldwide through a narrative synthesis of quantitative studies. The theoretical part of the study presents the main categories of SLD, their defining characteristics, etiopathology, diagnostic procedures, and educational intervention practices, highlighting the importance of early intervention. In the methodology and analysis sections of the present synthesis, a descriptive synthesis of quantitative studies from different geographical and cultural contexts is conducted in order to examine the level of pedagogical competence of primary education teachers in relation to SLD. Due to the selected methodology, several limitations arise, including the absence of statistical meta-analysis and quantitative control of sample and contextual heterogeneity, as well as the dependence of the findings on the quality and validity of the primary studies. Furthermore, the review does not include direct observation or primary data collection. The findings indicate that teachers generally demonstrate low to moderate levels of training regarding SLD, accompanied by limited ability for early identification and implementation of evidence-based interventions. These results highlight the need for systematic and scientifically grounded teacher training to enhance pedagogical competence and improve support for students with SLD.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13280</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Η εφαρμογή της συνεχούς διακρανιακής διέγερσης (tDCS) στην αριστερή ημιοχωρική παραμέληση: προεκτάσεις στην εκπαιδευτική ψυχολογία</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13279</link>
<description>Η εφαρμογή της συνεχούς διακρανιακής διέγερσης (tDCS) στην αριστερή ημιοχωρική παραμέληση: προεκτάσεις στην εκπαιδευτική ψυχολογία
Μουστάκα, Μαρία
Η αριστερή ημιοχωρική παραμέληση (ΗΠ) αποτελεί συχνή και κλινικά επιβαρυντική συνέπεια αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) δεξιού ημισφαιρίου, με σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργικότητα  των ατόμων και στην αποκατάσταση. Σκοπός της παρούσας διπλωματικής ήταν η συστηματική σύνθεση της διαθέσιμης τεκμηρίωσης σχετικά με την αποτελεσματικότητα της διακρανιακής συνεχούς διέγερσης (transcranial direct current stimulation, tDCS) στη θεραπεία της ΗΠ μετά από δεξιό ΑΕΕ. Η ανασκόπηση σχεδιάστηκε σύμφωνα με το PRISMA 2020 και το ερώτημα διατυπώθηκε βάσει PICO. Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση στις βάσεις PubMed/MEDLINE, Scopus, Web of Science, PsycINFO και Cochrane CENTRAL, με συμπληρωματική αναζήτηση στο Google Scholar. Η τελευταία αναζήτηση ολοκληρώθηκε στις 09/01/2026 και το χρονικό εύρος κάλυπτε την περίοδο 2003–2026. Συμπεριλήφθηκαν παρεμβατικές κλινικές μελέτες σε ενήλικες με δεξιό ΑΕΕ και τεκμηριωμένη αριστερή ΗΠ, όπου εφαρμόστηκε tDCS (μονόπλευρη ή αμφίπλευρη, διάφορες πολικότητες/παράμετροι) έναντι sham ή/και συνήθους αποκατάστασης/εναλλακτικού πρωτοκόλλου, με εκβάσεις σε κλασικές δοκιμασίες παραμέλησης (π.χ. line bisection, cancellation tests, Behavioural Inattention Test) και/ή οικολογικά/λειτουργικά μέτρα (π.χ. Catherine Bergego Scale, δείκτες ADLs), καθώς και καταγραφή ανεπιθύμητων ενεργειών. Η επιλογή, εξαγωγή δεδομένων και σύνθεση πραγματοποιήθηκαν από έναν αξιολογητή. Ο κίνδυνος μεροληψίας αξιολογήθηκε με RoB 2 και η βεβαιότητα της τεκμηρίωσης με GRADE, ενώ λόγω ετερογένειας εφαρμόστηκε αφηγηματική σύνθεση. Συνολικά, συμπεριλήφθηκαν έξι πρωτογενείς μελέτες παρέμβασης (RCTs και ελεγχόμενες cross-over δοκιμές), ενώ δευτερογενείς ανασκοπήσεις χρησιμοποιήθηκαν συμπληρωματικά ως επιστημονικό πλαίσιο. Τα ευρήματα υποδεικνύουν βραχυπρόθεσμες βελτιώσεις σε νευροψυχολογικές δοκιμασίες παραμέλησης, ιδίως σε ασθενείς στην υποξεία φάση  και όταν η tDCS συνδυάζεται με οργανωμένη αποκατάσταση/εκπαίδευση, ενώ τα αποτελέσματα στη χρόνια φάση είναι λιγότερο σταθερά. Η μεταφορά του οφέλους σε λειτουργικές εκβάσεις και η διατήρηση σε follow-up παραμένουν αβέβαιες. Η tDCS αναφέρθηκε γενικά ως ασφαλής και καλά ανεκτή, με κυρίως ήπιες, παροδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο RoB 2 ανέδειξε κυρίως «κάποιες ανησυχίες» και το GRADE κατέταξε τη βεβαιότητα ως χαμηλή έως πολύ χαμηλή για τις περισσότερες εκβάσεις, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για μεγαλύτερες, τυποποιημένες RCTs με οικολογικά έγκυρα αποτελέσματα και μακροχρόνια παρακολούθηση. Σε μεταφραστικό επίπεδο, το πρότυπο αυτό συνάδει με τη διερεύνηση της tDCS ως πιθανής συμπληρωματικής τεχνικής ενίσχυσης δομημένων ψυχοεκπαιδευτικών παρεμβάσεων σε νευροαναπτυξιακά πεδία, κυρίως στην αναπτυξιακή δυσλεξία και πιο επιφυλακτικά στη ΔΕΠΥ, αν και τα σχετικά δεδομένα παραμένουν ετερογενή και δεν επαρκούν για αυτόνομες κλινικές συστάσεις.
ENGLISH ABSTRACT&#13;
Left hemispatial neglect (HN) is a common and clinically burdensome consequence of right-hemisphere stroke, with a substantial impact on individuals’ functional independence and rehabilitation outcomes. The aim of this thesis was to systematically synthesize the available evidence on the effectiveness of transcranial direct current stimulation (tDCS) in the treatment of HN following right-hemisphere stroke. The review was designed in accordance with PRISMA 2020, and the research question was formulated using the PICO framework. Searches were conducted in PubMed/MEDLINE, Scopus, Web of Science, PsycINFO, and Cochrane CENTRAL, with a supplementary search in Google Scholar. The last search was completed on 09/01/2026, covering the period 2003–2026.&#13;
Interventional clinical studies were included if they involved adults with right-hemisphere stroke and confirmed left HN, applied tDCS (unilateral or bilateral, with varying polarities/parameters) compared with sham and/or usual care/alternative protocols, and reported outcomes on standard neglect assessments (e.g., line bisection, cancellation tests, Behavioural Inattention Test) and/or ecological/functional measures (e.g., Catherine Bergego Scale, indices of activities of daily living), as well as adverse events. Study selection, data extraction, and synthesis were conducted by a single reviewer. Risk of bias was assessed using RoB 2, and certainty of the evidence using GRADE; due to heterogeneity, a narrative synthesis was performed.&#13;
Overall, six primary interventional studies (RCTs and controlled cross-over trials) were included, while secondary reviews were used supplementarily to provide scientific context. The findings suggest short-term improvements on neuropsychological neglect measures, particularly in patients in the subacute phase and when tDCS is combined with structured rehabilitation/training, whereas results in the chronic phase are less consistent. Transfer of benefit to functional outcomes and maintenance at follow-up remain uncertain. tDCS was generally reported as safe and well tolerated, with mostly mild, transient adverse effects. RoB 2 ratings indicated predominantly “some concerns,” and GRADE judged the certainty of evidence as low to very low for most outcomes, highlighting the need for larger, standardized RCTs with ecologically valid endpoints and long-term follow-up. At a translational level, this pattern is consistent with the investigation of tDCS as a possible adjunct to structured psychoeducational interventions in neurodevelopmental conditions, particularly developmental dyslexia and, more cautiously, ADHD; however, the respective evidence remains heterogeneous and insufficient for stand-alone clinical recommendations.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13279</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>O ρόλος του σχολικού ψυχολόγου στη σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα στον ελληνικό πληθυσμό: αντιλήψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας, βαθμός συνεργασίας και επίδραση στην αυτοαποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/13278</link>
<description>O ρόλος του σχολικού ψυχολόγου στη σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα στον ελληνικό πληθυσμό: αντιλήψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας, βαθμός συνεργασίας και επίδραση στην αυτοαποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών
Καραπατσακίδου, Αικατερίνη
Η παρούσα μελέτη διερευνά τον ρόλο του σχολικού ψυχολόγου στη σύγχρονη εκπαιδευτική κοινότητα, εστιάζοντας στις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τις αρμοδιότητες και τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, τον βαθμός της συνεργασίας μεταξύ των δύο επαγγελματικών ομάδων και στην επίδραση της συνεργασίας αυτής στην αντιλαμβανόμενη αυτοαποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών. Η μελέτη εδράζεται στο πλαίσιο της σύγχρονης σχολικής ψυχολογίας και εξετάζει το φαινόμενο υπό το πρίσμα της διεθνούς και ελληνικής βιβλιογραφίας . Η έρευνα ακολούθησε ποσοτικό, διατομεακό σχεδιασμό με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου και το δείγμα αποτέλεσαν 101 εκπαιδευτικοί δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από διαφορετικές ειδικότητες και γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας. Το ερωτηματολόγιο δημιουργήθηκε σε ηλεκτρονική μορφή και αναρτήθηκε σε ποικίλες διαδικτυακές ομάδες και αποστάλθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικοί αποδίδουν υψηλή σημασία στον ρόλο του σχολικού ψυχολόγου και αξιολογούν θετικά τη συνεργασία μαζί του, ενώ παράλληλα καταγράφονται υψηλά επίπεδα αυτοαποτελεσματικότητας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το εύρημα ότι η ποιότητα της συνεργασίας συνδέεται θετικά με την αντιλαμβανόμενη επαγγελματική επάρκεια των εκπαιδευτικών. Συνολικά, αναδεικνύεται η ανάγκη για συστηματική και ουσιαστική ένταξη του σχολικού ψυχολόγου στη σχολική κοινότητα και για ανάπτυξη δομημένων συνεργατικών πρακτικών που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και στην προαγωγή της ψυχοκοινωνικής ευημερίας όλων των μελών της σχολικής κοινότητας.
ENGLISH ABSTRACT &#13;
&#13;
This study examined the role of the school psychologist within the contemporary educational community, focusing on secondary education teachers’ perceptions of the psychologist’s responsibilities and services, the level of collaboration between the two professional groups, and the impact of this collaboration on teachers’ perceived self-efficacy. A quantitative, cross-sectional research design was employed using a structured questionnaire. The sample consisted of 101 secondary education teachers from diverse subject areas and geographical regions in Greece. Data were collected through an online questionnaire distributed via electronic mail and online professional groups. The results indicated that teachers assigned high importance to the role of the school psychologist and reported positive evaluations of their collaboration, alongside high levels of perceived self-efficacy. Furthermore, the quality of collaboration was positively associated with teachers’ perceived professional competence. Overall, the findings underscore the need for the systematic integration of school psychologists into the school community and the development of structured collaborative practices to enhance the educational process and promote the psychosocial well-being of all members of the school community
</description>
<pubDate>Sun, 01 Feb 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/13278</guid>
<dc:date>2026-02-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
</channel>
</rss>
