Στρατηγική πίεση μέσω εμπορικών πολιτικών: η μετατροπή του διεθνούς εμπορίου σε γεωπολιτικό μοχλό
ENGLISH ABSTRACT Today, the international environment is becoming particularly unstable due to its transition from the unipolar dominance of the United States and its allies to a multipolar system, in which great powers such as China and Russia are once again emerging. In this context, interstate competition is currently taking place at multiple levels and fields, one of which is trade policy, which is now used not as a tool for strengthening the national economy and prosperity, but as an instrument of foreign policy in order to promote the geopolitical interests of a state. Based on this finding, the present thesis examines a series of relevant issues, which are explored through a narrative literature review. Specifically, this thesis documents that states use their trade policies as a means of strategic pressure on other countries, as reflected in the trade war that Washington is waging on Beijing, but also in the trade sanctions that the EU has imposed on Russia. However, the effectiveness of these trade policies is questioned and yields mainly short-term benefits, while in the long term they can also be detrimental. Also, as documented in this thesis, the implications of using trade policy as a foreign policy tool in the modern internationalized environment represent a retreat from the liberal values on which international security and the stability of the international trading system were founded. In fact, the implementation of these trade policies differs significantly between the states that utilize them, as reflected in the case of the USA and the EU. This thesis concludes that modern interstate competition has become so systemic that it affects every sector of interstate relations, making trade a field of confrontation seeking for strategic advantages to increase power. The utilization of a state's trade as a tool of its foreign policy, however, redefines the boundaries between economics and politics.
Thesis
Σήμερα, το διεθνές περιβάλλον καθίσταται ιδιαίτερα ασταθές εξαιτίας της μετάβασης του από την μονοπολική αμερικανική κυριαρχία και των συμμάχων της σε ένα πολυπολικό σύστημα, στο οποίο αναδεικνύονται εκ νέου μεγάλες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία. Στο πλαίσιο αυτό, ο διακρατικός ανταγωνισμός διεξάγεται σήμερα σε πολλαπλά επίπεδα και πεδία, ένα εκ των οποίων είναι η εμπορική πολιτική, η οποία πλέον αξιοποιείται όχι ως εργαλείο για την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας και της ευημερίας, αλλά ως βραχίονας της εξωτερικής πολιτικής προκειμένου να προαγάγει τα γεωπολιτικά συμφέροντα ενός κράτους. Με βάση την διαπίστωση αυτή η παρούσα διπλωματική διατριβή εξετάζει μία σειρά από σχετικά ζητήματα, τα οποία διερευνούνται μέσα από μία αφηγηματική βιβλιογραφική ανασκόπηση. Συγκεκριμένα, η παρούσα διατριβή τεκμηριώνει ότι τα κράτη αξιοποιούν τις εμπορικές τους πολιτικές ως μέσος στρατηγικής πίεσης σε άλλες χώρες, έτσι όπως αποτυπώνεται στον εμπορικό πόλεμο που ασκεί η Ουάσινγκτον στο Πεκίνο, αλλά και στις εμπορικές κυρώσεις που έχει επιβάλει η ΕΕ στην Ρωσία. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των εμπορικών πολιτικών αμφισβητείται και αποδίδει κυρίως βραχυχρόνια οφέλη, ενώ μακροπρόθεσμα μπορεί να είναι και επιζήμια. Επίσης, όπως τεκμηριώνεται στην παρούσα διατριβή, οι επιπτώσεις της αξιοποίησης της εμπορικής πολιτικής ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής στο σύγχρονο διεθνοποιημένο περιβάλλον αντιπροσωπεύει μία υπαναχώρηση ως προς τις φιλελεύθερες αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η διεθνής ασφάλεια και η σταθερότητα του διεθνούς εμπορικού συστήματος. Μάλιστα, η εφαρμογή αυτών των εμπορικών πολιτικών διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των κρατών που τις αξιοποιούν όπως αποτυπώνεται στην περίπτωση των ΗΠΑ και της ΕΕ. Η παρούσα διατριβή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο σύγχρονος διακρατικός ανταγωνισμός έχει γίνει τόσο συστημικός που επηρεάζει κάθε τομέα των διακρατικών σχέσεων, καθιστώντας το εμπόριο πεδίο αντιπαράθεσης και αναζήτησης στρατηγικών πλεονεκτημάτων για την αύξηση ισχύος. Η αξιοποίηση των εμπορευματικών συναλλαγών ενός κράτους ως εργαλείο της εξωτερικής του πολιτικής, ωστόσο, επαναπροσδιορίζει τα όρια μεταξύ οικονομίας και πολιτικής.
