Η επίδραση του ανθρώπινου δυναμικού στην αποδοτικότητα των δημόσιων νοσοκομείων στην Ελλάδα: Προκλήσεις και διοικητικές απαντήσεις κατά και μετά την πανδημία COVID-19.
Thesis
Η αποδοτικότητα των συστημάτων υγείας αποτελεί διαχρονικά αντικείμενο έντονου επιστημονικού και πολιτικού ενδιαφέροντος, καθώς συνδέεται άμεσα με την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, τη βιωσιμότητα των δημόσιων πόρων και, τελικά, την υγεία και ευημερία του πληθυσμού (WHO, 2010; OECD, 2017). Στο πλαίσιο αυτό, τα δημόσια νοσοκομεία διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο, ιδίως σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) αποτελεί τον βασικό πυλώνα παροχής δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας (Economou et al., 2017). Ανάμεσα στους πολλαπλούς παράγοντες που επηρεάζουν την αποδοτικότητα των δημόσιων νοσοκομείων, το ανθρώπινο δυναμικό αναδεικνύεται ως ένας από τους πλέον καθοριστικούς, καθώς η υγεία είναι κατεξοχήν εντατική σε εργασία δραστηριότητα και η ποιότητα των υπηρεσιών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δεξιότητες, τη διαθεσιμότητα, την εμπειρία και τα κίνητρα των επαγγελματιών υγείας (Kabene et al., 2006; Buchan et al., 2014). Η έννοια του ανθρώπινου δυναμικού στα νοσοκομεία περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα επαγγελματικών κατηγοριών, όπως ιατρούς, νοσηλευτές, διοικητικό και λοιπό υποστηρικτικό προσωπικό, των οποίων η συνεργασία και ο συντονισμός είναι απαραίτητοι για την αποτελεσματική λειτουργία των οργανισμών υγείας (Dubois et al., 2016). Η διεθνής βιβλιογραφία έχει καταδείξει ότι η επάρκεια σε προσωπικό, η σωστή κατανομή των ρόλων, η συνεχής εκπαίδευση και η αποτελεσματική διοίκηση ανθρώπινων πόρων συνδέονται θετικά με δείκτες αποδοτικότητας, όπως η μείωση του χρόνου νοσηλείας, η βελτίωση της ποιότητας φροντίδας και η αύξηση της ικανοποίησης των ασθενών (Aiken et al., 2014; Friedberg et al., 2015). Αντιθέτως, ελλείψεις σε προσωπικό, επαγγελματική εξουθένωση και αδυναμίες στη διοικητική υποστήριξη μπορούν να οδηγήσουν σε μειωμένη παραγωγικότητα και υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών (Maslach & Leiter, 2016).
