Αντιλήψεις και στάσεις εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την αξιολόγηση και το ρόλο της Σχολικής Ηγεσίας σε αυτή: Το παράδειγμα της Δυτικής Θεσσαλονίκης
ENGLISH ABSTRACT The present Master’s thesis investigates the attitudes and perceptions of Secondary Education teachers in Western Thessaloniki regarding the current system of individual evaluation, as defined by Law 4823/2021, as well as the critical role of the school unit Principal as an evaluator. The research is conducted within a particular context where institutional changes and reactions are taking place, attempting to capture the teachers' degree of trust towards the institutional framework and to analyze the factors shaping their resistance to it. To achieve the research objective, the quantitative methodological approach was utilized through the use of a structured questionnaire, which was distributed via convenience sampling to a sample of 104 teachers serving in seven school units of Western Thessaloniki. Data analysis revealed a horizontal trust deficit, as the majority of respondents, even education executives, question the objectivity and transparency of the system, perceiving the process mainly as a source of bureaucratic burden and as a mechanism capable of curtailing professional autonomy. Particularly significant is the finding regarding the questioning of the administrative and pedagogical competence of the Principal as an evaluator, which is linked to insufficient specialized training and administrative burden. Furthermore, statistically significant differences are identified regarding gender and age, with men and teachers aged 51-60 experiencing the pressure of control more intensely. Therefore, the research findings demonstrate that the implementation of an evaluation system without cultivating and securing the trust of the involved parties leads to the collective rejection of its developmental character. This fact indicates that the institutional legitimation of the system presupposes a shift in its orientation from control towards support, as well as the substantial training of evaluators and the reinforcement of participatory processes.
Thesis
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τις στάσεις και τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Δυτικής Θεσσαλονίκης αναφορικά με το ισχύον σύστημα ατομικής αξιολόγησης, όπως ορίζεται από τον Νόμο 4823/2021, καθώς και τον κρίσιμο ρόλο του Διευθυντή/ντριας της σχολικής μονάδας ως αξιολογητή/τριας. Η έρευνα εκπονείται σε μια ιδιαίτερη συγκυρία που λαμβάνουν χώρα θεσμικές αλλαγές και αντιδράσεις και επιχειρεί να αποτυπώσει τον βαθμό εμπιστοσύνης των εκπαιδευτικών προς το θεσμικό πλαίσιο και να αναλύσει τους παράγοντες που διαμορφώνουν την αντίστασή τους σε αυτό. Για την επίτευξη του ερευνητικού στόχου αξιοποιήθηκε η ποσοτική μεθοδολογική προσέγγιση με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, το οποίο διανεμήθηκε με δειγματοληψία ευκαιρίας σε δείγμα 104 εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε επτά σχολικές μονάδες της Δυτικής Θεσσαλονίκης. Από την ανάλυση των δεδομένων αναδείχθηκε ένα οριζόντιο έλλειμμα εμπιστοσύνης, καθώς η πλειονότητα των ερωτηθέντων, ακόμη και των στελεχών, αμφισβητεί την αντικειμενικότητα και διαφάνεια του συστήματος, εκλαμβάνοντας τη διαδικασία κυρίως ως πηγή γραφειοκρατικού φόρτου και ως μηχανισμό που δύναται να περιστείλει την επαγγελματική αυτονομία. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το εύρημα της αμφισβήτησης της διοικητικής και παιδαγωγικής επάρκειας του/της Διευθυντή/ντριας ως αξιολογητή/τριας, η οποία συνδέεται με την ελλιπή εξειδικευμένη κατάρτιση και τον διοικητικό φόρτο. Επιπλέον, εντοπίζονται στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς το φύλο και την ηλικία, με τους άνδρες και τους εκπαιδευτικούς ηλικίας 51-60 ετών να βιώνουν πιο έντονα την πίεση του ελέγχου. Επομένως, τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι η εφαρμογή ενός συστήματος αξιολόγησης χωρίς την καλλιέργεια και εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των εμπλεκόμενων μερών, οδηγεί στη συλλογική απόρριψη του αναπτυξιακού του χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι η θεσμική νομιμοποίηση του συστήματος προϋποθέτει μετατόπιση του προσανατολισμού του από τον έλεγχο προς την υποστήριξη, καθώς και την ουσιαστική επιμόρφωση των αξιολογητών/τριών και την ενίσχυση των συμμετοχικών διαδικασιών.
