Η δια βίου εκπαίδευση και η αξιοποίηση της τεχνολογίας στο δημόσιο τομέα: η περίπτωση ενός δημόσιου οργανισμού

Kyriakidis, Ilias (2015)

Public administration in Greece is being characterized as problematic by the majority of the population. Endless waiting in lanes, in a complicated system that causes trouble and thousands of working hours lost, as much for public employees, as for the citizens. Employees who do not have the sufficient knowledge to operate computers, are forced most of the times to fight their weaknesses on their own, or/and with the help of their colleagues, where that’s possible. It is quite clear, not only from this papers’ research, but from the general perception of all of those who live in this country, that civil servants lack the necessary supplies that would assist them in their professional development and that could upgrade the services they provide. The purpose of this study is to measure how many, how much and how often the employees of a public service get trained in the use of technology and if the current situation is making them become efficient and effective in their work. This study examines the trainings conducted, their duration, their results, the problems employees face while carrying out their duties possibly due to insufficient specialization and their proposals for further improvement. The sample of this study were the employees of a Social Security Institute branch (IKA) in Thessaloniki. A total of 13 employees. Participation was voluntary and the employees were informed about the purpose and consented. The method used in the research part was the qualitative research and more specifically the semi-structured interview method. According to the survey results, most employees have gone through only few trainings on technology, all agree that computerization is mandatory for reducing of bureaucracy and the majority desires more targeted trainings on the field of their work. According to the survey results, the 13 participant employees face many everyday problems, which they are trying to solve mainly through experience and sometimes through collaboration with other employees. The most important are: - The lack of extra training, specialized on the subject of their work - The outdated programs, the obsolete material and the rudimentary technical support. - The psychological burden, being constant complaint receivers. - The vast bureaucracy. - The lack of full computerization of all services. - The lack of services’ interconnection. According to all these and with what is common knowledge to anyone who had to go to a public service, we can come the conclusion that it is not enough to train only the employees of public services. Their superiors need to get extra training as well. Employees’ training is useless without a proper organized system that would allow them to use their upgraded skills and to apply their new knowledge, experience and capabilities in a versatile environment that is not anchored in paperwork, stamps and protocols. If the person that organizes public administration and the one who sets the conditions and requirements for their subordinates doesn’t obtain the appropriate mentality, then it is impossible to improve the lower ranked people, that face every single day bureaucratic obstacles that make their job harder, something which has a direct impact on themselves, but above all affects citizens-clients of public services. If something is solacing, it is the fact that the majority of civil servants are aware of the problems, they are willing to try -even their own- to acquire the knowledge that will make them better at their jobs and they even make specific proposals for improvement. If political will is a given and these proposals get heard, public administration can finally turn the page and align with the requirements of this era.


Η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται προβληματική, από την πλειονότητά του πληθυσμού. Ουρές, ταλαιπωρία, μπερδέματα, χιλιάδες εργατοώρες χαμένες, τόσο από πλευράς δημοσίων υπαλλήλων όσο και από πλευράς πολιτών. Υπάλληλοι που δε γνωρίζουν επαρκώς να χειρίζονται υπολογιστές είναι αναγκασμένοι τις περισσότερες φορές να μάχονται με ιδίες δυνάμεις ή με τη βοήθεια συναδέλφων, όπου είναι αυτό δυνατόν, τις αδυναμίες τους. Όπως προκύπτει, όχι μόνο από την έρευνα αυτής της εργασίας, αλλά και από τη γενική αντίληψη που έχουμε όλοι όσοι ζούμε σε αυτή τη χώρα, οι δημόσιοι υπάλληλοι στερούνται της παροχής των απαραίτητων εφοδίων που θα βοηθούσαν στην επαγγελματική τους εξέλιξη και την αναβάθμιση των υπηρεσιών που θα μπορούσαν υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις να παρέχουν. Η παρούσα εργασία διερευνά το κατά πόσο οι υπάλληλοι μιας δημόσιας υπηρεσίας επιμορφώνονται πάνω στη τεχνολογία και το αν η υπάρχουσα κατάσταση τους βοηθά να γίνουν πιο αποδοτικοί και αποτελεσματικοί στο έργο τους. Η εργασία εξετάζει τις επιμορφώσεις που έγιναν, τη διάρκεια τους, τα αποτελέσματα αυτών, τα τυχόν προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι υπάλληλοι στην διεκπεραίωση των υποχρεώσεών τους εξαιτίας της ανεπαρκούς εξειδίκευσης και τις προτάσεις τους για βελτίωση της κατάστασης. Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν οι υπάλληλοι ενός υποκαταστήματος Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) του Νομού Θεσσαλονίκης. Συνολικά συμμετείχαν 13 υπάλληλοι. Η συμμετοχή ήταν προαιρετική και οι υπάλληλοι ενημερώνονταν για το σκοπό και συναινούσαν. Η μέθοδος έρευνας που χρησιμοποιήθηκε ήταν η ποιοτική έρευνα και συγκεκριμένα η ημιδομημένη συνέντευξη. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, οι περισσότεροι υπάλληλοι έχουν κάνει επιμορφώσεις πάνω στην τεχνολογία, όλοι όμως κρίνουν την χρήση υπολογιστή καταλυτική για την μείωση της γραφειοκρατίας, ενώ γενική είναι επίσης η επιθυμία για στοχευμένες επιμορφώσεις πάνω στο τομέα της εργασίας τους. Διαπιστώθηκε ότι οι 13 συμμετέχοντες υπάλληλοι αντιμετωπίζουν καθημερινά προβλήματα στην διεκπεραίωση της εργασίας τους, τα οποία προσπαθούν να επιλύουν κυρίως μέσω τηνεμπειρίας που ήδη έχουν ή/και μέσω της συνεργασίας με άλλους συναδέλφους. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι: - Η έλλειψη εξειδικευμένης επιμόρφωσης πάνω στο αντικείμενο της εργασίας τους - Τα παρωχημένα προγράμματα, το πεπαλαιωμένο υλικό και η υποτυπώδης τεχνική υποστήριξη. - Η ψυχολογική επιβάρυνση που έχουν όντας διαρκείς δέκτες παραπόνων. - Η μεγάλη γραφειοκρατία. - Η μη ύπαρξη πλήρους μηχανογράφησης όλων των υπηρεσιών. - Η έλλειψη διασύνδεσης των υπηρεσιών. Σύμφωνα με τα παραπάνω αλλά και με την εμπειρία που έχουμε όλοι όσοι έχουμε συναναστραφεί με κάποια δημόσια υπηρεσία, φτάνουμε στο συμπέρασμα πως δεν είναι αρκετό να επιμορφωθούν και να εκπαιδευτούν μόνο οι υπάλληλοι των δημοσίων υπηρεσιών, αλλά είναι απαραίτητο να επιμορφωθούν και οι προϊστάμενοι τους. Δεν αρκεί όμως βέβαια ούτε η επιμόρφωση των δημοσίων υπαλλήλων, αν δεν υπάρξει και η ανάλογη οργάνωση που θα τους επιτρέψει να εκμεταλλευτούν την αναβάθμιση των ικανοτήτων τους, ώστε να εφαρμόσουν τις νέες γνώσεις, εμπειρίες και δυνατότητες που θα αποκτήσουν, σε ένα ευέλικτο τοπίο που δε θα είναι αγκιστρωμένο σε δικαιολογητικά, σφραγίδες και πρωτόκολλα. Αν δεν αποκτήσει την κατάλληλη κουλτούρα αυτός που οργανώνει την δημόσια διοίκηση και αυτός που θέτει τους όρους και τις προδιαγραφές για τους υφιστάμενους του, τότε είναι αδύνατον να υπάρξει βελτίωση στα κατώτερα κλιμάκια που βρίσκονται αντιμέτωπα με γραφειοκρατικά εμπόδια που κάνουν τη δουλειά τους δυσκολότερη, κάτι που έχει άμεσο αντίκτυπο στους ίδιους, αλλά προπαντός στους πολίτες-πελάτες των δημοσίων υπηρεσιών. Το παρήγορο είναι πως στη πλειονότητά τους οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν επίγνωση των προβλημάτων, προσπαθούν έστω και μόνοι τους να αποκτήσουν τις γνώσεις που θα τους κάνουν καλύτερους στις δουλειές τους, ενώ οι ίδιοι προτείνουν μερικά συγκεκριμένα πράγματα που αν υπάρξει πολιτική βούληση εκ των άνωθεν, η δημόσια διοίκηση θα μπορέσει να αλλάξει σελίδα και να ευθυγραμμιστεί στις απαιτήσεις της εποχής.